Οι Χαμένοι στα Αμελέ Ταμπουρού
Σε κάθε αφήγηση για τα παλιά, σε κάθε γενεαλογικό δέντρο που προσπαθούσα να συντάξω, ξεπρόβαλλε πάντα η ίδια σκιά.
Ένας αδελφός που χάθηκε. Ένας άνδρας που δεν γύρισε ποτέ.
Το όνομά του έμενε μετέωρο, γραμμένο με πόνο στα χείλη των μανάδων και των αδελφών, και η φράση που το συνόδευε ήταν πάντα η ίδια:
«Τον πήραν στα Αμελέ Ταμπουρού.»
Τα Τάγματα Εργασίας — Τα Τάγματα Θανάτου.
Στο Όκλαλι της Τσατάλτζας, οι πληγές ήταν πολλές.
Η Ελένη Ντάρτζαλη, η μητέρα της Φωτεινιώς Μάρογλου και του Απόστολου Βασιλειάδη, είχε τ’ αδέλφια της: την Κυριακιώ, την Κυπαρισσώ και τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν ο άτυχος. Τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα. Δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, στις κουβέντες των γερόντων, πάντα υπήρχε μια στιγμή σιωπής.
«Ο Γιώργος…» έλεγαν, και τα μάτια χαμήλωναν.
Κανείς δεν ήξερε πού τον έθαψαν, αν πρόλαβε να ψιθυρίσει ένα “μάνα”.
Μόνο η μνήμη του έμενε, σιωπηλή, σαν μαυροφορεμένη σκιά μέσα στο σπίτι.
Στο ίδιο χωριό, σε άλλη γειτονιά, άλλη μάνα έκλαιγε.
Ο γιος του Βασίλη και της Κρυσταλλένιας, ο Θανάσης Καλφόπουλος, χάθηκε κι αυτός στα ίδια ταμπουρού.
Τα αδέλφια του, ο Νικολάκης, ο Νικολακάκης όπως τον φώναζαν και η Μαργιόρα, η μάνα του Λεωνίδα Καλφόπουλου του Λεγών, κουβαλούσαν τη θύμησή του με τρυφερό πείσμα.
Το όνομά του δεν έσβησε, αλλά πέρασε στους απογόνους, σαν φλόγα που αρνείται να σβήσει.
Ο Νικολακάκης βάφτισε τον γιο του Θανάση.
Η Μαργιόρα έδωσε το ίδιο όνομα στον εγγονό της, τον Θανάση Βασιλειάδη.
Ο Γαληνός, ο ξάδελφός τους, χάρισε το όνομα στον δικό του γιο.
Και η Τριανταφυλλιά, η ξαδέλφη τους, το κράτησε κι εκείνη για τον ανεψιό της.
Έτσι, το όνομα του χαμένου Θανάση ταξίδευε στις γενιές, σαν προσευχή. Έτσι, ο Θανάσης που χάθηκε στα βάθη της Ανατολής, συνέχισε να ζει σε κάθε νέο Θανάση που γεννιόταν μετά από αυτόν.
Μα ο πόνος δεν σταμάτησε στο Όκλαλι.
Η Καλλιόπη Σημεριάδου έμεινε χήρα. Ο άνδρας της, ο Δημήτρης, χάθηκε κι εκείνος στον τουρκικό στρατό.
Κι εκείνη πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς με τα κορίτσια της, μόνη.
Μάνα και κόρες, ένας μπόγος με ρούχα και μια εικόνα στο στήθος και μπροστά η αβεβαιότητα.
Τα μαντάτα συνέχιζαν να φτάνουν.
Ο γιος του Φώτη Καλλιόγλου και της Φωτίκας, ο Απόστολος, δεν ξαναγύρισε.
Ο αδελφός του, ο Σταύρος, όταν ήρθαν στην Ελλάδα, βάφτισε τον μικρό του γιο που γεννήθηκε το 1926 και του έδωσε το όνομα του χαμένου αδελφού.
Μα κι εκείνο το παιδί δεν πρόλαβε να ζήσει. Έσβησε σαν κερί πριν φωτίσει.
Τότε, το ίδιο όνομα δόθηκε ξανά, στον επόμενο γιο, το 1927.
Κι αυτός, ο δεύτερος Απόστολος, το κράτησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, σαν να κουβαλούσε μέσα του και τις δυο χαμένες ζωές. Κάπως έτσι η ζωή απαντούσε στον θάνατο.
Και στο γειτονικό χωριό, το Άκαλαν της Τσατάλτζας, το ίδιο σκοτάδι.
Ο Νικόλαος Τακίδης, ο γιος του Τάκου και της Λυγερής, χάθηκε το 1913, σε ηλικία σαράντα τριών χρονών.
Ήταν η εποχή του Σέφερ Μπελίκ, τότε που οι Τούρκοι μάζευαν τους χριστιανούς για τον πόλεμο.
Η γυναίκα του, η Κατίνα, έμεινε μόνη με τα παιδιά της, τον Δημήτρη, τον Γιώργο και τη Βασιλική του Γκόγκου.
Η ζωή συνέχισε, μα πάντα με την απουσία καθισμένη στο τραπέζι.
Στο ίδιο χωριό, οι Αγαλανιώτες θρήνησαν τον Τριαντάφυλλο Ρελάκη.
Κι εκείνος χάθηκε στον στρατό, ενώ η γυναίκα του, η Σταυρινή Μαρμαρίδου, πλήρωνε τον φόρο και τον περίμενε.
Το 1916 γέννησε την κόρη τους, την Ελένη.
Το παιδί δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του.
Η μάνα, η Σταυρινή, περίμενε μάταια.
Τον πρόλαβε ο θάνατος κι εκείνη ο ξεριζωμός.
Έφυγε για την Ελλάδα με τα αδέλφια της και την οκτάχρονη Ελένη, κρατώντας μια φωτογραφία και ένα δάκρυ.
Κι η Ελένη, μεγαλώνοντας, παντρεύτηκε τον Χρήστο Ζαχαριάδη ,ορφανό κι εκείνον από τον πατέρα του.
Δυο άνθρωποι που γνώρισαν τη σιωπή της απουσίας, και έμαθαν να αγαπούν μέσα από την απώλεια. Δυο ψυχές με το ίδιο τραύμα, ένωσαν τη ζωή τους πάνω στα ερείπια της μνήμης.
Κάπως έτσι, μέσα στα χρόνια, οι πληγές έγιναν ιστορίες.
Και οι ιστορίες έγιναν μνήμη, για να μη χαθούν ποτέ τα ονόματα εκείνων που δεν γύρισαν.
Των χαμένων στα Αμελέ Ταμπουρού.
Έτσι χάνονταν οι άνδρες στα βάθη της Ανατολής, και πίσω έμεναν γυναίκες να περιμένουν και παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς πατέρα.
Μα οι ψυχές εκείνων δεν χάθηκαν.
Έγιναν ονόματα που επαναλήφθηκαν, ιστορίες που ειπώθηκαν στο φως της λάμπας, τραγούδια της μνήμης.
Γιατί οι λαοί που θυμούνται, δεν χάνονται ποτέ.
Κι εκείνοι οι χαμένοι στα Αμελέ Ταμπουρού, όσο υπάρχουν λέξεις, θα γυρίζουν,
όχι με σώμα, μα με όνομα.
Με τη μνήμη που επιμένει.