Οι Φούρνοι της Νέας Δήμητρας 

 Οι Φούρνοι της Νέας Δήμητρας 

Όταν οι πρόσφυγες ρίζωσαν  στην Νέα Δήμητρα, πρώτα φρόντισαν να φτιάξουν ένα  σπιτικό . Και ύστερα σχεδόν με την ίδια λαχτάρα ,έχτισαν τους φούρνους τους . Ήταν ανάγκη αλλά και τελετουργία . Ο φούρνος δεν ήταν μόνο μια πέτρινη κατασκευή στην αυλή ,αλλά ήταν η καρδιά του σπιτιού , το σημείο όπου η οικογένεια και η γειτονιά μοιράζονταν ψωμί ,μυρωδιές ,γέλια και κουβέντες . Εκεί θα έψηναν το ζυμωτό ψωμί και θα έκαναν λογής καλούδια με τα μοσχομυριστά φαγητά και γλυκά .  

 Σε όλο το χωριό  μας στις αυλές  τους δίπλα στο σπίτι του Εποικισμού ήταν ο φούρνος και τα περισσότερα σπίτια είχαν φούρνους για τις ανάγκες τους .Στην γειτονιά μας ήταν ο φούρνος της γιαγιάς  Βασιλικής Λιάλιαινας , που έψησε  όλα τα  ψωμιά και φαγητά  της γειτονιάς . Θυμάμαι που,  μικρά ,  πηγαίναμε τους «νταβάδες» με τα τσουρέκια , που έφτιαχνε η μαμά μου και όταν τα παίρναμε ψημένα ,μέχρι να τα πάμε στο σπίτι,  τσιμπούσαμε μια μπουκιά . 

Ο φούρνος δεν ήταν ένα μέσο επιβίωσης,  αλλά  ήταν το σημείο συνάντησης της γειτονιάς και έφτιαχναν λαγάνες  που τις έλεγαν «φλαούνες», χωρίς να περιμένουν να φουσκώσει το ζυμάρι . Οι φλαούνες καταναλώνονταν επί τόπου, την ώρα που περίμεναν να ξεφουρνιστούν τα κανονικά ψωμιά .  Αυτή η βιασύνη δεν ήταν τυχαία, έπρεπε να χορτάσουν την ανυπομονησία ,να δώσουν μια πρώτη γεύση ,όσο ακόμα έμεναν γύρω από τον φούρνο , περιμένοντας τα κανονικά ψωμιά .  

Οι γυναίκες , οι φουρνάρισσες ανέπτυσσαν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους.  Μέσα από αυτές τις κοινές δραστηριότητες και μέσα από αυτό το «αλισβερίσι» ενδυνάμωναν  τις σχέσεις τους και μέσα από τις κοινές γεύσεις και  τις απλές απολαύσεις .Ο φούρνος έψηνε τ κολοκυθόπιτες , ρυζόπιτες ,  σπανακόπιτες ,  τυρόπιτες και τα λουκούμια ,μοσχοβολώντας ολόκληρο το χωριό .Το μοσχομυριςτό φρέσκο  ψωμί  αποζημίωνε  την νοικοκυρά που πάσχιζε τόσο,  με το κουραστικό  ζύμωμα . 

Θυμάμαι τα καρεκλάκια που είχε η γιαγιά Λιάλιενα να κάθονται  οι φιλενάδες της .  

Θυμάμαι την  γιαγιά  Αλεξάντρα  του Σωκράτη , την γιαγιά Βασώ του Τσελεπάκη , την Κωνσταντάραινα , την Φρόσω του Γαληνάκκ , την   Ευδοξία του Χαράλαμπου και την θεία Ελένη του Σαράντη .   

Φούρνους είχαν η γιαγιά μου η Τσάκαινα , η Πλαταρά η Σμαραγδή , η Χρυσαφένια η μαμά της Κερανιώς Αγγελάκη , η Κερανιώ η Κίμαινα , η Θοδώρα η  Γκοτζίδαινα , η Αδάμαινα , η Βαγιανή του Πολυχρονάκη ,  η Αθανασία του Θρασύβουλου , η γιαγιά μου  η Γκάιτατζου , η Τασώ του Κυριακίδη , η Χουριέταινα ,  η Λαμπρινή του Αντωνάκκ , η Νούλα του Γκάιτατζη , η Φωτίκα η Σταματιάδου , η Γαρυφαλλιά του Θεοδόση , η Φωτίκα του Κυριακίδη του Κωνσταντή , η Μπιντίκαινα .  Οι γυναίκες αυτές δεν ήταν απλώς νοικοκυρές αλλά ήταν οι  πυλώνες της τοπικής ιστορίας με διατροφική σημασία . 

Στην γειτονιά των Κλαλιωτών   ήταν  ο φούρνος της γιαγιάς Ξανθούλας του Καραγιάννη  , που ήταν το κέντρο  ζωντάνιας της Νέας Δήμητρας όπως και όλοι οι φούρνοι .Η Ξανθούλα ήρθε νύφη  στο σπίτι του Καραγιαννόπουλου Βασίλη και ήταν η κόρη του Νικόλα Νικολαΐδη των Ρασάδων .Εδώ  στον φούρνο της μαζεύονταν   οι φίλες της ,  έψηναν τις φλαούνες και έπιναν τον ελληνικό φρεσκοαλεσμένο  καφέ τους . Η παρέα ήταν μεγάλη.Α ποτελούνταν από την  γιαγιά Μαρία  την Κεράτσα , την Αντιόπη του Νικολάκη , την Πιπίνα του Λεβενταρά , την Φρόσω του Στράντζαλη , την Μαρία της Καλής , την Κατίνα του Χατζόπουλου , την Κυριακιώ του Χριστόδουλου του Τσιφτσόγλου , την Μαργαρώ  του Πέτρου Τσομπανάκη . 

Φούρνους με μαστοριά και λειτουργικότητα έφτιαχναν οι άξιοι τεχνίτες της Νέας Δήμητρας ο Καραγιάννης ο Γιώργος, ο Χρήστος ο Γκάιτατζης , ο Στέργιος ο Φωτιάδης , ο Χρήστος ο  Αναστασιάδης ,ο Χρήστος ο Εσκιόγλου . Για να δούνε την αντοχή του φούρνου  στην ζέστη , έπρεπε στην πρώτη δοκιμή να λειώσει ένα γυάλινο μπουκάλι . 

 Στο μέσον περίπου του χωριού ήταν ο φούρνος της Γιωργιάς  Φωτακίδου , που μαζί με την νύφη της την Ζωή  έψηναν τα ψωμιά της γύρω γειτονιάς . ‘Ήμουν φίλη με τα κορίτσια Ιφιγένεια και Αγαθή και  πήγαινα πολλές φορές εκεί  . Έτσι  γεύτηκα το  πιο νόστιμο  πράγμα .Μια ζεστή φέτα  ψωμιού με βούτυρο  που έλιωνε  και λίγο αλάτι . 

Εκεί ήταν η παρέα της γιαγιάς Γιωργιάς  με την γιαγιά Παρθένα του Τακίδη ,  την Μαργιορή του Σαρβανιτίδη , την Θεοκλινή του Κερέμ , την γιαγιά Δέσποινα του Λεωνιδάκκ, την Ελένν του Αλετρίκκ, την Πετρίνα , την Χάιδω , την Γιαννούλα του Τριανταφυλλίδη .Σε αυτήν την παρέα όλοι δοκίμαζαν τα λουκούμια, που έψηνε η θεία η Ζωή . 

Πιο κάτω στο χωριό μας  ήταν  ο φούρνος της γιαγιάς Μελαχροινής Μήττα, που  πρόσφερε πολλά  και καλά ψησίματα με καλή παρέα .    

Η γιαγιά Μελαχροινή έψηνε με μεράκι και είχε και αυτή την φήμη της καλής «ψήστρας»  . 

Τακτική γειτονεύτρα  ήταν η γιαγιά Μάρθα του Μαρθάκκ, η γιαγιά Άννα της Νίτσας η μαμά ,  η γιαγιά Μαργιορή του Θοδώραρου  του  Εσκιόγλου, η γιαγιά Ευμορφία του Βαλιού  και η γιαγιά Λαμπρινή του Τσιφτσή του Γιώργου .  

Σε αυτήν την γειτονιά φούρνο είχε και η γιαγιά Πολυξένη η Μήττα , όπου βρέθηκα μια φορά με την θεία  Ζωή την κόρη της και μας κέρασε ωραία κουλούρια με κανέλλα φτιαγμένα από την ίδια . 

Ήταν πολύ νοικοκυρές οι Νεοδημητριώτισσες και καταπιάνονταν με όλα . Είχαν μεράκι ,  βοηθούσαν η μια την άλλη και αλληλοστηρίζονταν .  Το ζύμωμα και το ψήσιμο ήταν κουραστική δουλειά  για τις μανούλες μας , όμως  η νοστιμιά και η μοσχοβολιά του φρέσκου ψωμιού   τις αποζημίωνε στο ακέραιο . Και μας χάριζαν το καλύτερο ψωμί του κόσμου . Αυτές οι νοικοκυρές είχαν την χαρά της δημιουργίας,  που είναι ένα όμορφο συναίσθημα . 

Να βλέπεις αυτό που ξεκίνησες από το τίποτε  να  παίρνει την τελική του μορφή .Έτσι σέβονταν  τα υλικά και το αποτέλεσμα  και προσέφεραν  στους δικούς τους  το ψωμί . 

Με αυτήν την αναδρομή στους φούρνους και στις φουρνάρισσες  της Νέας Δήμητρας ,  μοσχομύρισε ελληνική  παράδοση .  

Γι’ αυτό έμειναν στην μνήμη μας  αυτές οι γυναίκες, που  έθρεψαν για χρόνια τους Νεοδημητριώτες με το καλοψημένο ψωμάκι  και γέμισαν οι γειτονιές με το άρωμα  του αχυρόφουρνου . Και πέρασαν τα χρόνια . Σταμάτησαν να καπνίζουν οι φούρνοι και χάθηκαν οι μυρωδιές στην γειτονιά . Χάθηκε και η  παρέα των γυναικών,  που έθρεψε ένα ολόκληρο χωριό . 

 Ήρθε ο σύγχρονος φούρνος και έγιναν όλα αυτοματοποιημένα , όπως έγινε και η ζωή μας . 

«Πινακωτή πινακωτή  από το άλλο μου τ’ αυτί γιατί  είμαι κουφή .» 

Και χάθηκε και η ανεμελιά και η ζωντάνια του παρελθόντος  

Ελένη Τσιφτσόγλου 

Έτος 2022 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή