Οι Πρώτες Νύχτες στη Νέα Δήμητρα
Η μικρή προσφυγοπούλα , Μαρία Τσιφτσόγλου , έσφιγγε το χέρι της μάνας της, της Κερανιώς της Τσάκαινας , καθώς το φως της μέρας χανόταν πίσω από τον λόφο. Ήταν η πρώτη τους νύχτα στη Νέα Δήμητρα, αλλά δεν την περνούσαν σε σπίτι. Ήταν Από ο Αύγουστος του 1924 . Μόνο αντίσκηνα ήταν , αραδιασμένα στη σειρά, προστασία απέναντι στο κρύο και την αβεβαιότητα. Ο αέρας μύριζε υγρό χώμα και ξύλο, ενώ μακριά ακούγονταν φωνές άλλων προσφύγων που πάλευαν να τακτοποιηθούν.
Το σώμα της πονούσε από την κούραση του ταξιδιού, μα ο ύπνος δεν ερχόταν εύκολα. Από τις χαραμάδες του αντίσκηνου μπορούσε να διακρίνει τις σκιές των ανθρώπων που περνούσαν, ψιθυρίζοντας για το αύριο.
Τις πρώτες μέρες η μικρή Μαρία με τις φίλες της , την Φωτίκα την Καλλιόγλου ,την Λαμπρινή την Ιωαννίδου ,την Ανθούλα την Λεονταρίδου ,την Φωτίκα την Αλμπανίδου και την Κρυσταλλένια την Καλφόπουλου , κουρασμένες αλλά γεμάτες περιέργεια, εξερευνούσαν τη γύρω περιοχή.
Η μικρή Μαρία δεν είχε ακόμα καταλάβει πόσο διαφορετική ήταν η ζωή εδώ, στη Νέα Δήμητρα. Οι πρώτες μέρες πέρασαν με την ίδια ανησυχία και φόβο που άφηναν το σπίτι τους , στο Όκλαλι της Τσατάλτζας ,στην Ανατολική Θράκη. Οι φωνές των μεγάλων που συζητούσαν για το μέλλον ακούγονταν στο βάθος, ενώ οι συστάσεις για τις νέες σχέσεις και τις συγγενικές συνδέσεις μπερδεύονταν με τις αναμνήσεις του παλιού χωριού, εκεί, στην Ανατολική Θράκη.
Η Μαρία , συχνά έπαιρνε την φίλη της, την Λαμπρινή για να εξερευνήσουν τις γειτονιές γύρω από το αντίσκηνο. Η αίσθηση της περιπέτειας δεν άργησε να γεννηθεί μέσα τους και η πείνα τις έκανε πιο τολμηρές. Είχαν ακούσει από τους μεγάλους ότι ο Μπέης, ο γαιοκτήμονας της περιοχής, είχε μεγάλο κοτέτσι και πολλά κοτόπουλα. Οι συζητήσεις μεταξύ των προσφύγων γίνονταν αργά το βράδυ, όταν οι φωτιές στο κέντρο των σκηνών άρχιζαν να σβήνουν.
Η μικρή Μαρία είχε ακούσει από τη μάνα της ότι δεν μπορούσαν να βοηθηθούν από πουθενά , αλλά κι ότι η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, με όποιον τρόπο μπορούσε κανείς. Η μάνα της, η Τσάκαινα , είχε πολλές φορές μιλήσει για τις δυσκολίες, αλλά και την αλληλεγγύη που επικρατούσε μεταξύ των προσφύγων. Δεν άργησαν να ανακαλύψουν το υποστατικό του Μπέη, όπου οργωμένα χωράφια και κοτέτσια απλώνονταν μπροστά τους. Με τα πεινασμένα στομάχια τους να γουργουρίζουν, οι μικρές δεν άργησαν να σκαρώσουν ένα σχέδιο. Τα βράδια, με προσοχή και γέλια πνιχτά , τρύπωναν στην αυλή και άρπαζαν κότες, τρέχοντας πίσω στο πρόχειρο καταφύγιό τους με τα πολύτιμα λάφυρα στα χέρια.
Το βράδυ, ενώ οι άλλοι κοιμούνταν, η Μαρία και οι φίλες της πήγαιναν, πάντα με προσοχή, προς το κοτέτσι του Μπέη, με την αίσθηση ότι αυτή η παράνομη κίνηση ήταν ο μόνος τρόπος να πάρουν κάτι να φάνε.
«Πρέπει να είμαστε γρήγορες», ψιθύριζε η Λαμπρινή που, αν και μικρότερη από τη Μαρία, είχε δείξει μεγαλύτερη τόλμη. «Άμα μας πιάσουν, θα μας διώξουν, και τότε…»
«Άμα μας πιάσουν, δεν ξέρω τι θα κάνω», είπε η Μαρία, σχεδόν ψιθυρίζοντας, νιώθοντας το κρύο να διαπερνά το κόκκαλό της. Ήξεραν πως ήταν επικίνδυνο ,πως, αν τις έπιαναν, θα υπήρχαν συνέπειες. Μα η πείνα ήταν πιο δυνατή από τον φόβο. Και κάθε φορά που επέστρεφαν, η μάνα της Μαρίας, η Τσάκαινα , τις κοίταζε με ένα μείγμα αυστηρότητας και ανακούφισης, καθώς έσφιγγε το κοκκαλιάρικο κορμί της κόρης της , στην αγκαλιά της.
Με τα μάτια να γυαλίζουν από την ανάγκη και την περιέργεια, οι μικρές σκαρφάλωναν τον φράχτη και με τα χέρια γεμάτα από τα κοτόπουλα, έτρεχαν πίσω στο πρόχειρο καταφύγιό τους, εκεί κοντά στο αντίσκηνο, όπου η μάνα της Μαρίας , τους περίμενε με βουβή ανησυχία. Κάθε φορά, καθώς η Μαρία έμπαινε μέσα στη σκηνή και άφηνε το «λάφυρο» στο πάτωμα που ήταν χώμα και άχυρο , η μάνα της την αγκάλιαζε, ακούγοντας με αγωνία το περιβόητο κακάρισμα του κοτόπουλου , να σπάει τη σιωπή της νύχτας.
«Έκανες καλά, παιδί μου;» ρωτούσε με αυστηρότητα και αγάπη, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό το μικρό πέρασμα στον κόσμο των «κλέφτηδων» θα είχε συνέπειες για την κόρη της. Οι ημέρες περνούσαν, και η προσαρμογή στην καινούρια ζωή ήταν αργή και δύσκολη για την οικογένειά της .
Υπήρχαν και οι Ιωακειμίδηδες, οι Παρπαράδες , οι Καλλιόγλου , που ήρθαν από το Όκλαλι μαζί με την οικογένεια της Μαρίας . Η Μαρία θυμόταν με νοσταλγία το παλιό σπίτι τους στην Ανατολική Θράκη, αλλά προτιμούσε να μένει σιωπηλή μπροστά στους μεγάλους. Ήξερε πως η μάνα της είχε ταχθεί να φροντίσει τις δουλειές της οικογένειας, ενώ ο πατέρας της προσπαθούσε να στηρίξει τη νέα ζωή.
Ο κοινός τους αγώνας για επιβίωση έκανε τις οικογένειες αυτές να γίνουν πιο δεμένες, ακόμα κι αν η ανάμνηση των χωριών τους, με τις αυλές και τις σκεπές από κεραμίδια, τις ακολουθούσε παντού. Για τη Μαρία, η ζωή εδώ, στο νέο χωριό, ήταν γεμάτη από μνήμες και καινούρια ξεκινήματα, ακούγοντας κάθε βράδυ τους ψιθύρους από τις άλλες σκηνές, των Ιωακειμίδηδων, των Καλφόπουλων, αλλά και των άλλων προσφύγων, που μοιράζονταν το κοινό τους βάρος.
Οι μέρες περνούσαν και τα αντίσκηνα άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε σπίτια από λάσπη και ξύλο. Μα η ανάμνηση εκείνων των πρώτων ημερών, της πείνας, του φόβου, αλλά και της αλληλεγγύης ανάμεσα στους ανθρώπους, θα έμενε πάντα χαραγμένη στη μνήμη της μικρής Μαρίας.