Οι Περαστικοί Διαβάτες της Νέας Δήμητρας. Ο Κόσμος τους ,ο Κόσμος μας .  

Οι Περαστικοί Διαβάτες της Νέας Δήμητρας. Ο Κόσμος τους ,ο Κόσμος μας .  

Η Νέα Δήμητρα ,όπως κάθε αγροτική κοινότητα του Κιλκίς,γνώρισε στο πέρασμα του χρόνου ,την επίσκεψη πολλών περαστικών καραβανιών . Τσιγγάνοι , πραματευτάδες , γανωτζήδες και αρκουδιάρηδες έφερναν μαζί τους μια διαφορετική νότα ζωής , 

Δημιουργώντας ένα φευγαλέο αλλά ζωηρό ψηφιδωτό εικόνων και ήχων. Οι κάτοικοι του χωριού ,πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, είχαν μάθει από πρώτο χέρι την αξία της προσαρμογής και της συνύπαρξης . Και έτσι οι σχέσεις τους με αυτούς τους νομάδες χαρακτηρίζονταν  από περιέργεια και αποδοχή .  

  Αδέλφια μου,αλήτες πουλιά !  

_Ήρθαν οι κατσιβέλοι στο χωριό !  Τρέξτε , πάμε να τους δούμε !  Έτσι αλαφιασμένα τρέχαμε εμείς ,τα παιδιά της Νέας Δήμητρας, στη μεγάλη αλάνα της  Σολτάρας . Οι κατσιβέλοι όπως τους λέγαμε μετά  από αέναες περιπλανήσεις , σε όλο τον κόσμο, κατασκηνώσανε  και στο χωριό μας Νέα Δήμητρα.  

Ήταν άνοιξη , τότε που η γη μοσχοβολούσε χόρτα και λουλούδια ,κι εκεί, μέσα σε ένα πολύχρωμο σκηνικό από κατά και άλογα ,είχαν στήσει τον μικρό νομαδικό τους, ένα «τσούρμο» κόσμο. Κατσίβελοι, γύφτοι, Ρομά,  τσιγγάνοι…τόσες λέξεις για μια φυλή που η καταγωγή τους αποτελούσε μυστήριο και περιβάλλονταν από μύθους και μυστήρια .  

Έστησαν  με μαεστρία και τέχνη  δυό μεγάλα τσαντήρια , που ήταν σκηνές πάνινες . 

Εμείς  παιδάκια  μικρά τρέξαμε πρώτα, για να δούμε το περίεργο θέαμα , καθώς δεν είχαμε ξαναδεί τέτοιους ανθρώπους  και ούτε τα σπίτια τους…Με την Κατερίνα και την Φανή  ,πρώτες—πρώτες ήμασταν έξω από τις μεγάλες  σκηνές.  

Γύρω ήταν τα ζώα τους και τα κάρα τους που ήταν βαμμένα με ζωηρά χρώματα και τα άλογα με πολλά χαϊμαλιά  πάνω τους.  

Άλογα , γαϊδουράκια,  σκυλιά και μια  μεγάλη αρκούδα  Ποτέ δεν είχαμε ξαναδεί αρκούδα ,ένα μεγάλο ζώο με αλυσίδα στο λαιμό και μάτια που κοιτούσαν βαθιά .  

Ένα συνονθύλευμα ανθρώπων και ζώων ήταν και από τα κάρα κατέβαιναν πολλά παιδάκια , κατσιβελάκια ,διαφόρων ηλικιών. Είχαν σγουρά μαλλιά και μαύρα  και σπιρτόζικα μάτια .  

Με την παιδική μας αφέλεια  πιάσαμε  κουβέντα μαζί τους με τα λίγα  ελληνικά τους .  Μεταξύ τους όμως  μιλούσαν μια  άλλη ακαταλαβίστικη  γλώσσα , την κατσιβέλικη, όπως λέγαμε εμείς .  

Όλοι είχαν και από μια δουλειά να κάνουν .Οι μεγάλες γυναίκες  βοηθούσαν τους άνδρες τους στο άναμμα της φωτιάς, οι νιές είχαν στην πλάτη τους δεμένα τα μικρά τους και ετοίμαζαν τα καζάνια τους για το φαγητό και οι πιο νέοι φόρτωναν  τσουβάλια στα κάρα . 

Όλοι ήταν ντυμένοι με περίεργα ρούχα και οι τσιγγάνες φορούσαν πολύχρωμα, μακριά φορέματα με βολάν  . Στην μέση κάτω από ένα βολάν ήταν ενωμένο ένα κομμάτι ύφασμα που ήταν το πορτοφόλι τους και φορούσαν πολλά χρυσαφικά. Τα βραχιόλια κτυπούσαν στα χέρια τους και τα σκουλαρίκια ήταν μακριά, χρυσά αληθινά . Οι τσιγγάνες είχαν μια στενή σχέση με τον χρυσό και τα κοσμήματα .  

Η περιέργειά μας οδήγησε να μπούμε μέσα στα τσαντήρια και η φίλη μας  η τσιγγάνα  μας έδειξε το σπιτικό της που ήταν στρωμένο με  κιλίμια , πολύχρωμα χαλιά, κάτω στο χώμα και γιουκιές ,στοίβες από σκεπάσματα γύρω –γύρω.  Παπλώματα , κουβέρτες, μαξιλάρια όλα με ζωηρά χρώματα και καθαρά . 

Στην άκρη του τσαντηριού   μέσα σε αυτοσχέδιες κούνιες, ξεπρόβαλλαν όμορφα μουτράκια…τα μωρά κατσιβελάκια . 

Εμείς ενθουσιάστηκαμε και καθήσαμε πολλή ώρα κοντά τους αφού τα παίξαμε ,τα κουνούσαμε να κοιμηθούν και οι μαμάδες  τσιγγάνες  μας έβλεπαν .  

Κάποιες από τις κατσιβέλες πήγαν   μέσα στο χωριό μας . Μάθαμε πως γυρνούσαν τα σπίτια για να  «πουν την μοίρα» καθώς  έπιαναν την παλάμη και έλεγαν την τύχη  τους. «Μαντεία « , έλεγαν . Κάποιοι γελούσαν , άλλοι πάλι άκουγαν με προσήλωση .  

Και αφού λύσαμε όλες τις απορίες μας και χαρήκαμε τα μικρά φύγαμε για τα σπίτια μας.  

Ενθουσιασμένη  περιέγραφα στην μαμά μου τα όσα είδα κι εκείνη με μάλωσε . 

_Όχι Λένγκω μου, δεν θα ξαναπάς. Είναι επικίνδυνο…κι εγώ στενοχωρήθηκα._Μαμά είναι καλοί άνθρωποι .Τους είδαμε, τους μιλήσαμε, είναι καλοί άνθρωποι ,είναι φίλοι μου ,άφησέ με να πάω. Η  μαμά μου ήταν ανένδοτη. 

Η άλλη μέρα  όμως  μας βρήκε, τις τρείς φίλες, έξω από τα τσαντήρια. Σίγουρα κι εκείνων οι μαμάδες θα είχαν αντιρρήσεις και το πιο σίγουρο είναι  ότι δεν τις ακούσαμε ποτέ. Καμμιά φορά άλλοτε, δεν είχα παρακούσει την γνώμη της μαμάς μου αλλά αυτή την φορά . Λες και υπήρχε κάτι μαγικό σε αυτούς τους ανθρώπους  και μας τραβούσε και μετά  πως να μην δούμε  τα όμορφα μουτράκια με τα σγουρά  μαλάκια,  που τα προσέχαμε όση ώρα οι μαμάδες τους  ήταν αλλού απασχολημένες . 

 « Εμένα μ’ έθρεψε τσιγγάνας γάλα 

Και είμαι ελεύθερος σαν τα πουλιά 

Εγώ γεννήθηκα πάνω στο χώμα 

Στης γης κοιμήθηκα την αγκαλιά…» 

Η επιστροφή στο σπίτι  μας  ήταν ούτε γάτα, ούτε ζημιά και φυσικά τίποτε στην μαμά μου. 

Κάποια στιγμή από  μακριά ακούγονταν δυνατές φωνές .  

_ Ο γανωματής . Μπακίρια γανώνω…ο γανωματής ! Ήταν οι τσιγγάνοι  γυρολόγοι και οι νοικοκυρές έτρεχαν να δώσουν τα σκεύη τους για γάνωμα.Τα σκεύη του φαγητού όπως οι  κατσαρόλες, τα τηγάνια, τα κουτάλια, τα πηρούνια, τον καιρό εκείνο ήταν χάλκινα. Όταν έπιαναν πάνω τους την «γάνα’’’ δηλαδή  γίνονταν πράσινα  ήταν επικίνδυνα  για τους ανθρώπους. Οι γυρολόγοι αυτοί έκαμναν αυτην την δουλειά, τα καθάριζαν και τα γιάλιζαν , τα γάνωναν. Μάζευαν μέσα στα τσουβάλια  όλα τα σκεύη που τους έδιναν οι νοικοκυρές του χωριού μας και τα πήγαιναν στα υπαίθρια εργαστήριά τους στην Σολτάρα. 

Κάποιοι άλλοι  έφτιαχναν κοφίνια και καρέκλες που τα έπλεκαν με δεξιοτεχνία και τα πουλούσαν στο χωριό μας . Καλάθια για τα αυγά , για τα σταφύλια , για τα σύκα , για τα λαχανικά ,που πάντα χρειάζονταν οι μαμάδες μας . Πανέρια για τις λειτουργιές στην εκκλησία , για τα δώρα του αρραβώνα και του γάμου , για τα κουλουράκια και τα απαραίτητα για τα μνημόσυνα.   

Οι νεότεροι  από την οικογένεια  των Τσιγγάνων έβγαιναν για κυνήγι γιατί έπρεπε να φάει η οικογένεια. Οι γιαγιάδες τσιγγάνες ζύμωσαν ψωμί και πάνω σε μια πυροστιά  με το « σατς « που ήταν ένα ρηχό ταψί , έφτιαχναν  πίτες με νερό και αλεύρι. Μοσχομύριζε γύρω ,ανάμεσα στις μυρωδιές της στάχτης και του φρεσκοψημένου ψωμιού . 

Τότε τους είδαμε να έρχονται . Οι κυνηγοί φορτωμένοι με τα τσουβάλια . Μα τι φέρνουν ;  

Τι καλό θα γευτούν απόψε ; Η απορία μας δεν κράτησε για πολύ . Ξαφνικά , από ένα  τσουβάλι ξεπρόβαλαν  μικρά ζωάκια με τις μουσουδίτσες τους να τρεμοπαίζουν ,   σκαντζόχοιροι ! Παγώσαμε . Τι θα τα κάνουν τα αθώα ζωάκια.  

Κοιτάζαμε κρυφά –κρυφά μέσα από το τσαντήρι και είδαμε όλη την προεργασία για το μαγείρεμα  αυτών των μικρών ζώων . Αφού στρώσανε το τραπέζι τους γεύτηκαν τους ιδιαίτερους μεζέδες τους και  μετά άρχισε το  γλέντι .  

Χόρευαν και τραγουδούσαν τραγούδια στην γλώσσα τους, οι τσιγγάνοι  λατρεύουν τον χορό . Παρά την φτώχεια τους χαμογελούσαν,  διασκέδαζαν  και ζούσαν οικογενειακές στιγμές και ήταν ευτυχισμένοι σε έναν κόσμο ανεξαρτησίας και ελευθερίας .  

Και ύστερα ,  η είδηση  διαδόθηκε στο χωριό. Ο αρκουδιάρης έρχεται !  θα δοθεί παράσταση στην Πλατέα  και μαζεύτηκαν όλοι . Ο τσιγγάνος κρατούσε μια μακριά αλυσίδα και στην άκρη της σερνόταν  η αρκούδα με  χαλκά στην μύτη και χωρίς δόντια. Από τον χαλκά την έσερνε με ένα χοντρό σχοινί ο γύφτος και στο κέντρο  ήταν η αρκούδα και ο κόσμος γύρω . 

Ο γύφτος έδινε την παράσταση και η κακομοίρα η αρκούδα υπάκουε στις εντολές του αφεντικού της. 

__Έλα, ομορφούλα μου, κάνε πως κοιμάται ο παππούς με την γριά ; Πώς καμαρώνει η νύφη; Πώς βάζει  πούδρα η κοπελιά ; Ο κόσμος γελούσε και χειροκροτούσε .  

 Το ντέφι εκτός από τον ρυθμό που έδινε  στον  χορό της αρκούδας  χρησίμευε  και στο να μαζέψει μερικές δεκάρες  από το πλήθος της Πλατέας .  

Το γ»λιο δυνάμωνε . Τα χέρια χτυπούσαν παλαμάκια .  

« Ήρθε στο χωριό ο αρκουδιάρης 

Ένας μαύρος γύφτος ξεδοντιάρης 

Λεύτερη και ανέμελη η ψυχή του 

Πέρα ως πέρα οι κάμποι είναι δικοί του…» 

Κι εμείς ; Σιωπηλοί . Τα παιδικά μας μάτια έβλεπαν αλλά κάτι μέσα μας έσφιγγε. Πόσα βασανιστήρια της έχουν κάνει για να μάθει να χορεύει ; Πόσο πόνο κουβαλούσε στο κορμί της ; 

Οι μέρες περνούσαν  κι εμείς πυκνώναμε τις επισκέψεις μας αφού είχαμε συνηθίσει στην παρέα  των φίλων μας .  Η ζωή στην τσιγγάνικη κατασκήνωση γινόταν ένα κομμάτι της δικής μας ζωής . Αγαπούσαμε τους φίλους μας και δεθήκαμε με αυτούς . Μας αγαπούσαν και αυτοί  και δεν μας ενόχλησαν . Δεν  γνωρίζαμε τότε  ούτε την λέξη  ούτε την έννοια  ρατσισμός και κοινωνικός αποκλεισμός. Καταλαβαίναμε την διαφορετικότητά τους και νιώθαμε  ότι όλοι οι άνθρωποι  δεν ίδιοι μεταξύ μας και ότι έχουμε διαφορετικές συνήθειες και παραδόσεις και ζούσαμε αρμονικά . 

Και ότι είναι άνθρωποι σαν και μας και ότι οι τσιγγάνοι δεν ήταν απλά «άλλοι « ή «ξένοι «, αλλά φίλοι και άνθρωποι που ζούσαν την ζωή με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο, προσφέροντας έναν άλλο κόσμο γεμάτο χρώματα και ανεμελιά. Η παραβατική τους συμπεριφορά , αν υπήρχε , είναι για να εξυπηρετήσει ανάγκες της οικογένειας . Δεν θέλουν τον πόλεμο. Έχουμε ακούσει ποτέ να πολεμήσουν προκαλώντας τον θάνατο  σε άλλον γειτονικό λαό για την απόκτηση γης ή για την εξουσία ; 

Δεν είναι στην κουλτούρα τους και θέλουν μόνο ελευθερία, ανεξαρτησία , θρησκεία και οικογένεια και το πνεύμα τους  είναι ελεύθερο και δεν φυλακίζεται. 

Πόση δύναμη έχει η λαχτάρα τους για ανεξαρτησία, που μετά από τόση περιθωριοποίηση ,δεν λένε να αλλάξουν, να μπουν σε καλούπια, να γίνουν σαν και μας, να ακολουθούν νόμους και κανόνες. 

 Στο διάβα των χρόνων δεν άλλαξε τίποτε και αυτοί συμβολίζουν έναν κόσμο που αντιστέκεται στα κοινωνικά  «καλούπια» ,  ζώντας στις παρυφές της κοινωνίας με τον δικό τους ρυθμό.  

Και ήρθε η ώρα της αποχώρησης . Οι φίλοι μας μάζευαν  τα τσαντήρια τους, φόρτωναν τα κάρα με τα υπάρχοντά τους και κατηφόρισαν από την Σολτάρα. Η αποχώρησή τους μας γέμισε με λύπη γιατί η επαφή μαζί τους υπήρξε μια μοναδική εμπειρία γεμάτη περιέργεια , ενθουσιασμό και ανθρώπινη ζεστασιά . 

 Οι τρεις φίλες βλέπαμε την αποχώρησή τους ως ένα κενό σαν να χάναμε κάτι πολύτιμο και τους ζήσαμε με μια αθώα  ματιά αποδοχής  .  

Λυπημένες παρακολουθούσαμε το κομβόι μέχρι που χάθηκε .Έχουν κι αυτοί το δικαίωμα να ανθίσουν στον δικό τους χώρο με την δική τους ταυτότητα . 

 Έχουν κι αυτοί μια  θέση στον ήλιο .  

«Αδέλφια μου αλήτες πουλιά…» 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2022 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή