Οι Μοδάτες Γιαγιάδες μας
Οι γιαγιάδες μας… Αχ, εκείνες οι μορφές που στάθηκαν σαν ήρεμα λιμάνια στη ζωή μας, που μας χάρισαν αγάπη χωρίς όρους και άφησαν μέσα μας μια γλυκιά μνήμη, άρωμα από βασιλικό στο περβάζι, θυμίαμα στο καντήλι και ψωμί ζυμωμένο με τα χέρια τους.
Δεν χρειάζονταν τίποτε περίσσιο. Ντύνονταν με απλότητα, με ρούχα που συχνά έραβαν οι ίδιες. Μακριές φούστες που έφταναν ως κάτω από τη γάμπα , πουκάμισα ταπεινά, φουστάνια σε χρώματα της γης , μαύρα, γκρίζα, καφετιά. Και για τον χειμώνα, τις φανελλένιες ρομπίτσες, καφέ με σχέδια ή ανθρακί, που τις ζέσταιναν καθώς κεντούσαν στο φως της λάμπας ή έγνεθαν το μαλλί δίπλα στη σόμπα.
Στα πόδια, οι κλειστές παντόφλες με τη φούντα,οι μπαμπάδες, όπως τις έλεγαν,
συνοδοιπόροι κάθε χειμωνιάτικης βραδιάς, Και όταν καλοκαίριαζε, τα τσιτάκια, πάντα σε σοβαρά χρώματα, μαζί με το μεσοφόρι, την κομπινεζόν, άλλοτε βαμβακερή με κέντημα, άλλοτε χασεδένια, ακόμη και σατέν. Από κάτω, οι μακριές βράκες, με λάστιχο στη μέση και στα μπατζάκια, σε χρώμα λευκό, κιτρινωπό ή καροτί, ένα κομμάτι μιας άλλης εποχής, που σήμερα μοιάζει μακρινό, μα τότε ήταν η καθημερινότητα.
Και πάνω από τα ρούχα τους εκείνες οι ποδιές ,οι μπροστέλες ,που κρατούσαν καθαρά τα ρούχα τους . Με αυτές σκούπιζαν τα χέρια τους, μάζευαν τα αυγά από το κουμάσι(ι), μας σκούπιζαν τα δάκρυά μας ,έπαιρναν το δανεικό από τη γειτονιά και έκρυβαν κάποιο γλυκό θησαυρό για να μας τον δώσουν .
Κι όταν πήγαιναν στην εκκλησία, έμοιαζαν λες και γίνονταν άλλες. Ταγιέρ μαύρα ή γκρι, φορέματα μεσάτα με κουμπιά ως τη μέση και ζώνη στη μέση, κάλτσες ως το γόνατο, τις λεγόμενες χόλα-χουπ. Μαύρα παπουτσάκια, γοβίτσες με λίγο τακουνάκι και σακάκια από τσόχα με μεγάλα κουμπιά, που έδιναν κύρος και αρχοντιά στην απλότητα.
Το κεφάλι πάντα σκεπασμένο με μαντήλα, μαύρη ή γκρι και τα μαλλιά, ποτέ κομμένα,
πλεγμένα σε δύο πλεξούδες που τις τύλιγαν σε σπείρα πίσω, συγκρατημένες με μαύρο φιλέ και μικρά τσιμπιδάκια. Κοσμήματα δεν είχαν. Ούτε δαχτυλίδια, ούτε σκουλαρίκια, ούτε ρολόγια. Ολόκληρο το στολίδι τους ήταν η ίδια η μορφή τους.
Η μόνη τους πολυτέλεια, μια μικρή μαύρη τσαντούλα με κοντό λουρί. Αν την άνοιγες, θα έβρισκες πάντα τα ίδια, ένα μαντήλι διπλωμένο, λίγα κέρματα για το παγκάρι και ένα σακουλάκι με θυμίαμα, δώρο για το θυμιατήρι του παπά.
Αυτές ήταν οι γιαγιάδες μας, χαρούμενες με τα απλά, ευτυχισμένες χωρίς τα περιττά, γεμάτες φως χωρίς να το ξέρουν.
Στο βλέμμα τους έλαμπε η γαλήνη, στα χέρια τους η φροντίδα, στην καρδιά τους ολόκληρη η οικογένεια. Και έτσι έμειναν για πάντα μέσα μας. Σύμβολα λιτότητας, αγάπης και αξιοπρέπειας.