Οι Κυδωνιές του Λεγώνν
Το οδοιπορικό στο χωριό μου Νέα Δήμητρα συνεχίζεται…
Υποσχέθηκα στην φίλη μου την Βούλα την Γκόγκου να το κάνουμε μαζί και βρίσκομαι στην γειτονιά τους.
Πρώτα όμως θα περάσω από το σπίτι τής θείας Αναστασίας( τού Λεγών) Καλφόπουλου.
Πολλές φορές το καλοκαίρι στην Νέα Δήμητρα αφού τελείωνε το αρμάθιασμα τού δικού μας καπνού, πήγαινα στο σπίτι του θείου Λεωνίδα Λεγών και της Αναστασίας
Τότε ήμουν δέκα χρονών !
Δίπλα στην πλίθινη αποθήκη περνούσα καπνό με την βελόνα με μεροκάματο ! Τα φύλλα του καπνού τα περνούσαμε σε μεγάλες χοντρές βελόνες και μετά στα ράμματα που ήταν χοντρές κλωστές για να τα αραδιάζουν στα στέγαστρα στον ήλιο .
Έπρεπε να ξεραθούν τα φύλλα με τις ακτίνες του και μετά γινόταν η επεξεργασία του .
Ποτέ δεν με αδίκησε η θεία Αναστασία ! Με πλήρωνε μια δραχμή το ράμα και μού πρόσφερε και μεσημεριανό νόστιμο φαγητό ! Όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχε εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας και μάλιστα μού πρόσφεραν και ωραίες στιγμές με γέλια και χαρές .
Στην παρέα ήταν τα κορίτσια της η Κωνσταντούλα και η Μαρία . Η θεία Αναστασία είχε και τον γιό της Βασίλη στρατιώτη.
Ο θείος Λεωνίδας στο μικρό υπόστεγο μάς μοίραζε φύλλα από τα κοφίνια και τραγουδούσε !
Όσο μπορούσε γιατί δεν φημιζόταν για την καλιφωνία του !
«Φέρτε μια κούπα με κρασί και κάντε μου παρέα , γιατί απόψε η βραδιά ….θάναι η τελευταία !!..»
Αχ Παναγίτσα μου ,τι λέει !
Πρώτη φορά άκουσα αυτό το τραγούδι και μού έκανε εντύπωση για την απελπισία του .
Ο θείος Λεωνίδας το τραγουδούσε συχνά , νομίζω δεν ήξερε άλλο….αααα…, ξέχασα να σάς πω ,πως ενώ τραγουδούσε είχε το τσιγάρο στο στόμα του !
Και η θεία Αναστασία τον μάλωνε !
Ήταν καλός άνθρωπος και μάς σεβόταν.
Την θεία Αναστασία ποτέ δεν την είδα κατσουφιασμένη . Ήταν πάντα με το γέλιο.
Η θεία μαγείρευε και το μεσημέρι μάς φώναζε στο τραπέζι της με πολύ νόστιμα φαγάκια !
Πολλά καλοκαίρια πέρασα στο σπιτικό αυτό στην συντροφιά τους.
Τούς αγαπούσα πολύ και το ίδιο ένοιωθαν και αυτοί για μένα ! Μού το έδειχναν με την συμπεριφορά τους !
Ο θείος Λεωνίδας μάς εξιστορούσε τις περιπέτειες των δικών του από την Πατρίδα , από το Όκλαλι τής Τσατάλτζας τής Ανατολικής Θράκης, Κλαλί το έλεγε το χωριό του . Ήρθε με την χήρα μαμά του Μαργιόρα ( Μαρία ) και την αδελφή του Κατίνα . Ο ίδιος ήταν 10 χρόνων και η αδελφή του 14 . Η μαμά του είχε πρόβλημα με την όρασή της , δεν έβλεπε !
Ο μπαμπάς του πέθανε πολύ νέος σε ηλικία 45 χρόνων στην Πατρίδα όταν ο Λεωνίδας ήταν δύο χρονού και η αδελφή του έξη χρονού, όπως έλεγε .
‘Έτσι ήρθαν μαζί με τους χωριανούς τους στην Νέα Δήμητρα με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών το 1924 .Ο μικρός Λεωνίδας από πολύ μικρός καταπιάστηκε με πολλές δουλειές για να ζήσει η οικογένειά του .
Ο θείος Λεωνίδας ήταν πρωτοπόρος για τα χρόνια εκείνα ! Έφτιαχνε πλιθιά , που έχτιζαν τα σπίτια και τις αποθήκες .
‘Έκαμνε λάσπη, την ανακάτευε με το άχυρο και έξω από το σπίτι σε μια μεγάλη αλάνα προς το γήπεδο τού χωριού έκαμνε τα καλούπια για τα πλιθιά .
Με πολλές τέχνες καταπιάστηκε ο θείος Λεωνίδας !
Το καζάνι του έβγαζε το καλύτερο τσίπουρο και όλο το χωριό έφερνε τα σταφύλια τους εδώ και γίνονταν η επεξεργασία .
Τσίπουρο και κρασί. Και ήξερε τα μυστικά του καλού μεζέ με το τσίπουρο ! Καλλιεργούσε την γη με στάρια και καπνό και είχε και αγελάδες στην αυλή του . Και η θεία Αναστασία ήρθε από κοντινό χωριό Μικρόκαμπος Κιλκίς νύφη στο δικό μας χωριό και κατάγονταν από γονείς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και στάθηκε άξια νοικοκυρά στο φτωχικό της .
Μια μέρα πήγα μαζί τους στο καπνό με την σούστα , που ήταν κάρο με δύο ρόδες και το έσερνε το γαϊδουράκι .
Ο ηνίοχος ήταν ο θείος Λεωνίδας!
Εγώ με την θεία Αναστασία και τα κορίτσια καθόμασταν πίσω και πόσο φόβο είχα σε όλη την διαδρομή !
Σαν περνούσαμε την γέφυρα για το Γκοντζάμαρλι νόμιζα, πως θα πέσουμε στο μεγάλο ρέμα !
Απορούσα αν το γαϊδουράκι ξέρει την διαδρομή ! Εκείνο όμως ήξερε και μάς πήγε στον προορισμό μας !
Όση ώρα μαζεύαμε το καπνό , είχα την αγωνία τού γυρισμού !
Έβλεπα ξένοιαστη την θεία Αναστασία και τα κορίτσια και έπαιρνα λίγο θάρρος ! Άκουγα και τον θείο Λεωνίδα με το γνωστό τραγούδι !
Τελικά το γαϊδουράκι μάς επέστρεψε στο χωριό ! Και η σούστα τώρα ήταν γεμάτη και με τις ‘κούφες’ τού καπνού .
Δεν ξαναπήγα στο χωράφι όμως άλλη φορά !
Δίπλα στο σπίτι τους και στις αποθήκες περνούσε ένα ρέμα. Αυτό γεννιόταν και μεγάλωνε κάθε φορά που έβρεχε. Το ρέμα το αγκάλιαζε η άγρια φύση και αυτό ήταν ατάραχο, δεν το ενοχλούσε κανείς !
Εκεί έβρισκαν καταφύγιο και δροσιά τα μικρά πουλιά.
Οι λεύκες ατάραχες ψηλώνανε , να φτάσουν μέχρι τον ουρανό !
Κατά μήκος τού ρέματος στέκονταν καμαρωτές πολλές κυδωνιές.
Άλλοτε την άνοιξη σάν νυφούλες με τα άσπρα ή ρόδινα άνθη .
Και άλλοτε το φθινόπωρο είχαν κρεμασμένους τούς χρυσοκίτρινους καρπούς τους και ήταν πραγματικοί θησαυροί !
Σε αυτό το μέρος πήγαινα συχνά γιατί ήταν μαγευτικό !
Έίχε και άλλα δέντρα εκεί και η αίσθηση ,που σου δημιουργεί όλο αυτό το μαγικό τοπίο τού οπωρώνα ήταν μοναδική !
Η θεία Αναστασία πάντα μάς κερνούσε γλυκό τού κουταλιού κυδώνι , έψηνε και στον φούρνο και μάς το πρόσφερε.
Επίσης έκαμνε το κυδωνόπαστο που ήταν τέλειο και ο πελτές της πολύ πετυχημένος !
Το οικόπεδο ήταν πολύ μεγάλο και στην μια άκρη ήταν το πατρικό τού θείου Λεωνίδα.
Ήταν ένα σπίτι τού Εποικισμού δηλαδή τής Επιτροπής ,που έφτιαξε τα σπίτια των προσφύγων .
Αυτό ήταν ακατοίκητο και το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη ! Ήταν έρημο , περιφρονημένο, παρατημένο και στεκόταν στην άκρη τής αυλής.
Ήταν βαμμένο με μπλέ μπογιά που άρχισε να ξεθωριάζει.
Τι κρίμα που έχασε την αίγλη του !
Πόσα συναισθήματα χαράς είχαν οι νοικοκυραίοι του όταν τούς το έδωσαν !
Πόσα παιδιά μεγάλωσαν εδώ μέσα !
Και ποια νοικοκυρά το φρόντιζε με περίσσειο ζήλο ! ‘Έρημο και παρατημένο !
Πόση συγκίνηση ένοιωθα όταν το έβλεπα ! Μεγάλωσε η οικογένεια και έφυγε και αυτό παραδόθηκε στην φθορά τού χρόνου.
Από τις ξένοιαστες και χαρούμενες μέρες στην αυλή τής θείας Αναστασίας πέρασαν πολλά, πολλά χρόνια !
Και τώρα ξαναπερπάτησα στον τόπο που μού άρεσε τόσο πολύ !
Δεν βρήκα το παλιό σπιτάκι !
Οι κυδωνιές είχαν καταστραφεί και οι άνθρωποι είχαν χαθεί !
Η θεία Αναστασία με τον θείο Λεωνίδα έφυγαν για το μακρινό ταξίδι !
Τα κορίτσια έκαναν τις οικογένειές τους σε άλλα μέρη.
Ο γιός τους Βασίλης έχτισε ένα καινούργιο σπίτι στην θέση τού παλιού και ζει με την οικογένειά του .
Ο χρόνος που πέρασε , η φθορά των σπιτιών , των δένδρων και των ανθρώπων , η αντικατάσταση του παλιού με το νέο δείχνουν την μελαγχολία της απώλειας και της αλλαγής .
Η ζωή προχωράει και τα χρόνια κυλούν.
Εμείς τα βλέπουμε ώς θεατές, χωρίς να έχουμε την δύναμη να αλλάξουμε τίποτε !
Το πέρασμα των χρόνων τα αλλάζει όλα !
Και τα παίρνει όλα !
Μόνο τις αναμνήσεις δεν μπορεί να μάς πάρει και να τις σβήσει !
Οι «κυδωνιές» του παρελθόντος μένουν στην σκέψη και στην καρδιά μου ! Αυτά τα απλά και καθημερινά μπορούν να διατηρούν μια ιδιαίτερη σημασία στην ζωή μας .
«Φέρτε μια κούπα με κρασί και κάντε μου παρέα « !
Είμαστε μια χούφτα στιγμές στην τσέπη τού χρόνου…… είπε κάποιος !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2022