Οι Καρκάντζαλοι και τα Νυχτέρια των Γιαγιάδων μας  

Οι Καρκάντζαλοι και τα Νυχτέρια των Γιαγιάδων μας  

_Μαμά, φοβάμαι να βγώ έξω…Θα με  πάρουν οι καρκάντζαλοι !  

Η φωνή μου έτρεμε καθώς  κουλουριαζόμουν  κοντά στη γιαγιά μου ,την Τσάκαινα. Εκείνη ατάραχη , χαμογέλασε και χάιδεψε τα μαλλιά μου. 

Μέσα από τα παραμύθια της γιαγιάς μου της  Τσάκαινας ξεπηδούσαν αυτές οι άγριες μορφές . Καρκάντζαλοι ή Καρκαντζέλια τους ονομάτιζε η γιαγιά μου , έπλεκε τις ιστορίες τους και τους περιέγραφε σαν κοντά άσχημα, μικρά  ανθρωπάκια. Αυτοί ήταν οι πρωταγωνιστές των ημερών του Δωδεκαημέρου.Εμφανίζονταν στον κόσμο  από 25 Δεκεμβρίου μέχρι τα Φώτα στις 6 Ιανουαρίου. 

Μου άρεσαν οι ιστορίες της γιαγιάς μου ,αλλά τούτοι οι Καρκάντζαλοι ,όπως τους έλεγε ,έμοιαζαν πολύ αληθινοί για να είναι παραμύθι .Μισούσαν   τις γιορτές και πήγαιναν  κόντρα στο νόημά τους.Πάντα  έκαναν  ζημιές , πολλές ζημιές και έρχονταν από τα έγκατα της γης. Την ημέρα των Φώτων εξαφανίζονταν , αφού αυτήν την ημέρα ξορκίζεται κάθε κακό. 

Οι  μύθοι αυτοί ,όσο κι αν μας τρόμαζαν , ήταν και στην δική μας  παράδοση της Νέας Δήμητρας και κρατούσαν ζωντανή την παράδοση . Στη Νέα Δήμητρα , ωστόσο , οι παλιοί  δεν ήταν άνθρωποι των δοξασιών.  Αν ανατρέξουμε πίσω στους μύθους και τις προκαταλήψεις των ανθρώπων του χωριού μας , θα παρατηρήσουμε ότι δεν υπήρχαν πολλοί , γιατί οι παλαιοί δεν στηρίζονταν πολύ σε δοξασίες .Ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο ορθολογιστές και θεωρούσαν την ζωή πιο ρεαλιστικά . Στο χωριό μας δεν υπήρχαν πολλές ιστορίες και θρύλοι με μαγεμένες πριγκίπισσες   και βασιλιάδες. Με  μαγεμένους τόπους και πηγάδια. Λίγα παραμύθια με νεράιδες και ξωτικά ήταν, για να κάνουν τα «νυχτέρια» τους και να καθόμαστε φρόνιμα  εμείς  καθώς  συζητούσαν  οι μεγάλοι. Τα παραμύθια και οι προλήψεις χρησιμοποιούνταν για να μεταφέρουν διδάγματα και να εξηγήσουν τα ανεξήγητα . Έτσι οι γιαγιάδες μας  είχανε διατηρήσει την πνευματική κληρονομιά  ζωντανή μέσα από  αυτά τα παραμύθια .  

 Όταν ησυχάζαμε εμείς με ένα δύο παραμύθια , οι  μαμάδες και οι γιαγιάδες μας κάτω από το αμυδρό φως της λάμπας  έπλεκαν τα προικιά  μας .  

Μόλις σουρούπωνε , τις ατέλειωτες νυχτερινές ώρες του χειμώνα έβλεπες στον δρόμο παρέες  με τα παιδιά τους να επισκέπτονται τους συγγενείς ή τους φίλους. 

Ένα τέτοιο βράδυ ,σαν έπεσε το σκοτάδι , πήραμε τον ανήφορο για το σπίτι της γιαγιάς Μαρίας Πλαταρά , ξαδέλφης της γιαγιάς μου. 

Η γιαγιά μου κρατούσε μια πετσέτα υφαντή, παραμάσχαλα , γεμάτη  λαλαγγίτες.  

Εκεί θα μαζεύονταν  κι  άλλες  συγγένισσες , η   γιαγιά Σεβαστή του Σαράντη , η γιαγιά η  Σμαραγδή του Διαμαντή, η θεία  η Ελενιώ , η θεία Τσιφούτενα η Ζηνοβία  , η θεία η  Σοφία του Κυριακίδη. 

 Στρωθήκαμε στις μεγάλες μιντέρες,  με τα αναπαυτικά μαξιλάρια.Οι γιαγιάδες έπλεκαν ,κουβέντιαζαν ,γελούσαν ,αντάλλαζαν νέα . Εμείς , τα μικρά  κορίτσια , βοηθούσαμε στο μάζεμα των κουβαριών για το πλέξιμο και μιλούσαμε μεταξύ μας. Η Νούλα ,η Ελένη ,η Μαρία ,η Τούλα , η Μάρω και η μικρή Ζαφειρούλα ήμασταν η παρέα των γιαγιάδων μας . 

Οι γιαγιάδες συνομιλούσαν μεταξύ τους, σχολίαζαν και περνούσε ευχάριστα η νύχτα του χειμώνα.Αυτή η βράδυα  ήταν ευκαιρία για ψυχαγωγία και επικοινωνία. 

_’Ααα Τσάκαινα , θα παντρέψμε τον Σαράντ με την κόρ του Παπάζουγλου!  

_Είναι μαρ’ νοικοκυρά ; 

_Οι Παπαζουγλέσες είναι καλές και άξιες !  

Και  έτσι μαθεύτηκε το νέο ! 

Η γιαγιά Μαρία με την νύφη της  την  Ελενιώ ,»καταγίνονταν «στην κουζίνα.Ετοίμαζαν «φουσκίτσες»  με ζάχαρη, μιλίνες στο τηγάνι με μέλι. Έψηναν κυδώνια με μούστο. Είχαν έτοιμα,  «λουκούμια « ζυμωτά με κανέλλα και ζάχαρη και έψηναν ροβίθια, όπως τα έλεγαν   πάνω στην  σόμπα . 

Οι μυρωδιές πλημμύριζαν το δωμάτιο ,ζεσταίνοντας ψυχές και στομάχια .Οι οικοδέσποινες ήθελαν να μας ευχαριστήσουν με όλα τα καλούδια και το πετύχαιναν πάντα . 

Κι όσο τρώγαμε και ευχαριστούσαμε τον ουρανίσκο μας,  η γιαγιά Σεβαστή  μας αφηγούνταν  ιστορίες . Αυτοσχέδιες ιστορίες με μπόλικη φαντασία και ελάχιστη δόση αλήθειας αλλά με μεγάλο δίδαγμα. Που  τόσο  ωραία αυτή ήξερε να εξιστορεί . Με γλυκιά φωνή διηγόταν και εκεί που ακούγαμε προσηλωμένες  και η φωνή της, σαν νανούρισμα  χάιδευε τα αυτιά μας , ξαφνικά έβγαζε μια δυνατή φωνή, για  να διώξει τα αερικά . Και να ξυπνήσει εμάς . 

Η γιαγιά  μου η Ταάκαινα δεν είχε το χάρισμα της αφήγησης . Όλα τα παραμύθια της ήταν σύντομα ,αλλά επίσης πολύ διδακτικά ! Πώς τιμωρήθηκε η πονηρή αλεπού , πώς πιάσανε το κουνάβι μέσα στο κοτέτσι . 

Πάντα μας διηγόταν την αληθινή της ιστορία με την αλεπού. Τα χρόνια εκείνα οι αλεπούδες και τα κουνάβια κατέβαιναν στα χωριά για να βρούν τροφή. Υπήρχε ησυχία και αυτά έκαμναν επιδρομές στα κουμάσια του χωριού.Η γιαγιά Τσάκαινα έστησε καρτέρι  στο κουμάσι και με τα χέρια της έπνιξε την αλεπού ! Έπρεπε να προστατεύσει το βίος της και την τροφή των παιδιών της.Οι  κότες ήταν το κρέας τους και τα αυγουλάκια τους .Τα αυγά τοτε χρησιμοποιούνταν στο ανταλλακτικό εμπόριο, όπως και το στάρι. Έδιναν αυγά και  στάρι και αγόραζαν άλλα είδη πρώτης ανάγκης. 

Εδώ πελαγοδρόμησα !  

Γυρίζω πίσω στο νυχτέρι, στην αφήγηση της   γιαγιάς Σεβαστής. 

Ήξερε να αφηγείται και ανεβοκατέβαζε  τον ήχο τής φωνής της . Έτσι με αυτόν τον τρόπο κρατούσε το ενδιαφέρον των μικρών ακροατών της.Τα παραμύθια της  ήταν αυτοσχέδια και κάποια  όταν μεγάλωσα , ανακάλυψα ότι είχαν τις ρίζες τους στους μύθους του Αισώπου ,διδακτικά και εκπαιδευτικά . 

Γνώριζε την αταξία της κάθε μιας και κινούνταν γύρω από εκεί. 

__’’Και όποια γυρνάει το χωριό και «νυχτώνεται» την παίρνουν τα αερικά…ααχ αυτό είναι για μένα !  

_Και όποια δεν τρώει όλα τα φαγητά  την παίρνει ο αέρας και την πάει στο κάστρο… Αυτό για κάποιαν άλλη !  

Έτσι με τα πειράγματα ,τα παραμύθια και τις  διδακτικές ιστορίες ,περνούσε η βραδιά και  γινόταν η επικοινωνία  μεταξύ τους .Στο τέλος της  ημέρας , όταν η δύση έγερνε απαλά ερχόταν  η ξεκούραση. Η συντροφιά   γλύκαινε την ψυχή τους ,τις έκανε να νιώθουν πως δεν ήταν  μόνες . Τιμούσαν τους συγγενικούς δεσμούς και εκτιμούσαν τις φιλίες και ενδυνάμωνε και η φιλία μεταξύ των παιδιών τους. 

Πόσο  αγαπούσα  και  πόσο ακόμα αγαπώ,  τις φίλες της μαμάς μου και της γιαγιάς μου !  

Ένιωθα πως είχαμε κοινά βιώματα , κοινές αναφορές ,σαν να ανήκαμε όλες στην ίδια μεγάλη οικογένεια . Κι έτσι αγαπούσα  και  τις «αξαδέρφες» μου , όχι γιατί το επέβαλε κάποια συγγένεια αίματος ,αλλά γιατί μας έδενε η μνήμη και η ιστορία.  

Όταν γυρίζαμε  αργά στο σπίτι με την γιαγιά ή την μαμά μας , μέσα στο σκοτάδι,  κρατώντας το χέρι τους, θάρρευες πως η σκιά μας μεγάλωνε στο φως του φεγγαριού  . Και τότε,  στην άκρη του δρόμου,  μπορούσε να ξεπεταχτεί  ο κακός του παραμυθιού, εκείνος που μας είχε στοιχειώσει στα νυχτέρια .  

Θυμάμαι και άλλα νυχτέρια στο χωριό… 

Στην θεία Νούλα του Γκάιτατζη , στην γιαγιά μου την Δαφνιώ , στην θεία Λαμπρινή του Αλμπανίδη, στην Θεία Παναγιώτα του Καλφόπουλου , στην θεία Καλλιόπη του Γιάγκου, στην θεία Ελπινιώ του Στεργάκου, στην θεία Βιβίτσα του Αξονίδη, στην γιαγιά Σμαραγδή του Καλφόπουλου…  

 Και τότε , πάντα  στο τέλος ,ερχόταν η σειρά των τεράτων  . 

Οι Καρκάντζαλοι…εκείνοι οι μαλλιαροί ,κουτσοί και στραβοί δαίμονες που αναστάτωσαν τον κόσμο τις δώδεκα μέρες των Χριστουγέννων . Που έμπαιναν από τις  καμινάδες ,που έκοβαν τις κλωστές των αργαλειών ,αναποδογύριζαν τους τεντζερέδες . Ήταν ο τρόμος και το γέλιο μαζί . Μα σαν περνούσε το δωδεκαήμερο τους  αποχαιρετήσαμε με ανακούφιση .Έφευγαν  για εκεί  , από όπου ήρθαν κι εμείς χαιρόμασταν , που δεν θα ξαναγυρίσουν και θα είμαστε ήσυχοι για ένα χρόνο .  

Όμως , οι άλλες ιστορίες  έμεναν .  

Οι διδακτικές ιστορίες των γυναικών κρατούσαν όλο τον χρόνο.Από γυναίκες που έπαιρναν το τίποτε και το έκαναν κάτι . Αυτές οι   ιστορίες κρατούσαν ενωμένες τις παρέες καθώς διατηρούσαν ζωντανή την κληρονομιά του παρελθόντος . Και διατηρούσαν την ζεστασιά στις σχέσεις των ανθρώπων . Αυτή η ζεστασιά μας έφερνε πιο κοντά .  

Αναπτυχθήκαμε τεχνολογικά. Μεγαλώσαμε ως κοινωνία . Και μαζί  εκτοπίσαμε  αθτες τις βραδιές ,τις αληθινές συναντήσεις ,γιατί δεν  βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής μας .  

Έφυγαν οι γιαγιάδες μας .  Και μαζί έφυγαν  οι  νεράιδες, τα αερικά και τα φαντάσματα . 

Μείναμε όμως εμείς.  

Για  να κρατάμε τους μύθους  και τις ιστορίες τους. Για να συνεχίσουμε το νήμα που ξεκίνησαν εκείνες . Για να μην αφήσουμε τις ρίζες να ξεραθούν ,γιατί αυτές οι ρίζες ποτίστηκαν από τις ζωές των  άλλων γυναικών και τώρα ποτίζουν τις δικές μας .  

 Έτσι ,ανάμεσα στις φωνές ,τις μυρωδιές ,τις ζεστές αγκαλιές και τα σοφά τους λόγια ,η παράδοση συνέχιζε να  ζει ,όπως ζει ακόμα ,στις αναμνήσεις μας .  

Ελένη Τσιφτσόγλου 

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή