Οι Γυναίκες της Αυλής στη Νέα Δήμητρα  

Οι Γυναίκες της Αυλής στη Νέα Δήμητρα  

Ήταν ένα σταυροδρόμι η αυλή μας. 

Πρωί-πρωί άνοιγαν οι πόρτες και ξεμύτιζαν οι γυναίκες, καθεμιά με την ποδιά της, τα χτενισμένα της μαλλιά, τη δική της δουλειά στο νου. Κι όμως, όλες μιλούσαν την ίδια γλώσσα,  τη γλώσσα της καθημερινότητας, της βελονιάς και του καφέ στο μπρίκι. 

Η γιαγιά η Καλλιόπη του Στεργάκου του Σωτηριάδη, η Ζωή η Θεοφίλαινα του Τατάρογλου, η Κυρά- Μαρία της Καλής του Παναγιωτίδη, η Μαριάνθη του Νάνου του Τσιφτσόγλου,  η Αλεξάντρα η Σωκράταινα, η Θεανώ του Βασιλόπουλου, η Βασώ του Τσελεπάκη, η Ευδοξία του Καλφόπουλου του Αριστείδη με την δυνατή της φωνή. Όλες τους με τα χέρια δουλεμένα , από το γνέσιμο, από το πλύσιμο στις σκάφες, από τα μακριά απογεύματα του χειμώνα, όταν το κέντημα έπαιρνε τη θέση της κουβέντας. 

Έστρωναν ένα πανί σε μια καρέκλα, άνοιγαν την κλωστή και το χέρι τους ξεκίναγε. 

Άλλοτε σταυροβελονιές, άλλοτε λευκή δαντέλα, άλλοτε μακραμέ που γέμιζε σιγά-σιγά το τελάρο .  

Δεν βιαζόταν καμιά ,γιατί αυτό που έφτιαχναν δεν ήταν για να τελειώσει γρήγορα. Ήταν για να κρατήσει. 

Μιλούσαν κι έραβαν. 

Κι οι κουβέντες τους ήταν σαν κλωστές.  Λεπτές, δυνατές, μπλεγμένες, με γέλια και με αναστεναγμούς. Κουβέντες για τα παιδιά, για τα παλιά χρόνια στην Ανατολική Θράκη, για τον καημό της προσφυγιάς, για τις νέες που «δεν ξέρουν πια να πιάσουν βελόνα». Κι όμως, δεν υπήρχε κατηγόρια στη φωνή τους. Μόνο μια τρυφερή μελαγχολία. Σαν να ήξεραν ότι το δικό τους έργο πλησίαζε στο τέλος κι έπρεπε να το αφήσουν πίσω στρωμένο. 

Ήταν σχολείο αυτή η αυλή. 

Εκεί έμαθα πώς διπλώνεται σωστά ένα σεντόνι. Πώς μετριέται το ύφασμα για τις μαξιλαροθήκες. Πώς γίνονται τα “κοφτά” και πώς πλέκεται η άκρη της πετσέτας με βελονάκι τόσο λεπτό όσο το φρύδι. 

Και το πιο σπουδαίο, έμαθα να βλέπω. 

Να βλέπω την αξιοπρέπεια μέσα στο απλό. Να διαβάζω στα χέρια των γυναικών την ιστορία τους. Να νιώθω πως ό,τι φαίνεται μικρό, ένα καρέ, ένα σεμεδάκι, ένα ψιλό σχεδιάκι σε εταμίνα, κρύβει μέσα του έναν κόσμο ολόκληρο. 

Τώρα οι αυλές εκείνες σώπασαν. Όλες οι μεγάλες  γυναίκες έφυγαν. Άλλες στέκουν ακόμη, πιο ήσυχες, πιο μαζεμένες, μα πάντα με το ίδιο βλέμμα , βαθύ, ζυγισμένο, γεμάτο σοφία. 

Και τα εργόχειρά τους, κάποτε απλωμένα σε μπουγάδες και προικιά, τώρα κοιμούνται στα μπαούλα. Ίσως περιμένουν κάποια επόμενη να τα ξυπνήσει. 

Όμως ό,τι κι αν γίνει, εκείνες οι αυλές δεν χάθηκαν. 

Είναι μέσα μας. Μέσα σε κάθε φορά που διπλώνουμε ένα τραπεζομάντηλο με προσοχή. Σε κάθε βελονιά που μαθαίνουμε στα παιδιά μας. Σε κάθε φορά που λέμε τη λέξη «προίκα» όχι σαν πλούτο υλικό, μα σαν παράδοση και αγάπη μεταδοτική. 

Ήταν οι γυναίκες της αυλής μας. Κι έραψαν τον κόσμο με υπομονή και φως. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή