Οι ανασκουμπωμένες γιαγιάδες μας : Η Γλύκα της Κολοκύθας
Οι κολοκύθες μεγάλωναν στις αυλές , στις περιφράξεις και οι γιαγιάδες μας περίμεναν με ανυπομονησία να μεγαλώσουν . Τα χρυσαφένια τους άνθη στόλιζαν τους μπαχτσέδες , σαν υπόσχεση για τις γεύσεις που θα έφερναν .
Η γιαγιά μου με την σοφία και την υπομονή της έλεγχε τις κολοκύθες καθημερινά .» Όχι ακόμα , θέλουν λίγο ακόμα για να γίνουν γλυκές « .
Όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή το μικρό κουζινάκι γέμιζε χοντρές , στραβές , στρογγυλές κολοκύθες που περίμεναν να βρεθούν στα χέρια της γιαγιάς μου , για να προσφέρουν την γλύκα τους .
Η γιαγιά μου η Τσάκαινα ανασήκωνε τα μανίκια της , φορούσε πιο σφιχτά το τσεμπέρι στο κεφάλι και άνοιγε το τραπέζι που ήταν για το ζύμωμα . Έπαιρνε την μεγάλη φυλλόβεργα και με επιδεξιότητα ,που θύμιζε χορό, άπλωνε το φύλλο . Το δούλευε με τα χέρια της και απλωνόταν σταδιακά σαν να γινόταν διάφανο και οι κινήσεις της είχαν κάτι το μαγικό .» Θα γίνει σαν χαρτί « έλεγε κι εμείς απορούσαμε . Και έτσι γινόταν .Σαν χαρτί , χαρτί από ζυμάρι .
Το φύλλο όταν ήταν έτοιμο , έπεφτε μαλακά στο τραπέζι έτοιμο να γεμίσει με το τριμμένο κολοκύθι, την ζάχαρη , τις σταφίδες και την κανέλα . Να αγκαλιαστούν οι γεύσεις και να ενωθούν . Μέσα στο ταψί στρωνόταν αυτή η πανδαισία γεύσεων και έμπαινε στον φούρνο . Η μυρωδιά της κολοκυθόπιτας που ψηνόταν, ξεχύνονταν στους δρόμους. Η γιαγιά ήθελε πάντα να μας ευχαριστεί.
Η γιαγιά , έλεγε, πως το άνοιγμα του φύλλου είναι σαν τον κύκλο της ζωής . Ξεκινάς με κάτι μικρό , το δουλεύεις με προσοχή και υπομονή και αυτό ανοίγει , απλώνεται και γεμίζει τον κόσμο με γεύση .
Δεν είναι μόνο η γεύση που κάνει την κολοκυθόπιτα ξεχωριστή . Είναι οι μνήμες που φέρνει τις ιστορίες της γιαγιάς και μετέφερε μαζί του την παράδοση , τη χαρά και το άρωμα της οικογένειας !