Οι Αμπαρλιώτες της Νέας Δήμητρας  

Οι Αμπαρλιώτες της Νέας Δήμητρας  

Οι Αμπαρλιώτες , άνθρωποι της θάλασσας, κουβαλούσαν μέσα τους την αλμύρα του Βοσπόρου ,τον ήχο των κυμάτων και τη μυρωδιά των καραβιών που άραζαν στο χωριό τους ,το Αμπαρλί της Κωνσταντινούπολης.  

Όταν τους ξερίζωσαν από την γη τους άφησαν πίσω τους λευκούς τοίχους που έβλεπαν στο πέλαγος , τις γειτονιές τους γεμάτες ιστορίες και το γαλάζιο που τους είχε μεγαλώσει .  Όταν ήρθαν στην Ελλάδα πρώτα πήγαν στην Καλαμαριά και κάποιοι συγγενείς τους πήγαν στην Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης  .  

Ο Δημητρός Ιωαννίδης από τον  Μικρό Τσεκμετζέ ,χωριό κοντά στο Αμπαρλί συνάντησε στην Θεσσαλονίκη ,κατοίκους από το χωριό Όκλαλι της Τσατάλτζας τής Ανατολικής Θράκης και του είπαν ότι εγκαταστάθηκαν στον τόπο που σήμερα είναι το χωριό μας Νέα Δήμητρα.  Ο Δημητρός ήταν παντρεμένος με την Ζαφειριώ  Σταματιάδου , κόρη του Γιώργη Σταματιάδη και τής Αμαλίας και αποφάσισε να έρθει στην Νέα Δήμητρα.  

 Οι γονείς  της Ζαφειριώς  για να είναι κοντά στην κόρη τους ήρθαν κι εκείνοι με τα άλλα παιδιά τους , τον Ιωάννη 18 χρόνων , τον Κωνσταντίνο  21 χρόνων , την Δόμνα 22 χρόνων και την Κωνσταντινιά  26χρόνων  που ήταν παντρεμένη με τον επίσης Αμπαρλιώτη Τσέτα Γιώργο .  

 Έτσι η οικογένεια Σταματιάδη  ήρθε στην Νέα Δήμητρα.  Τους ακολούθησαν και ο αδελφός του Γιώργου ,ο Σαράντης με την Δέσποινα  με τα παιδιά τους  Όλγα , Σταμάτης , Φωτεινή και Ευριπίδης .   

Μαζί  ήρθαν και οι συγγενείς τους Σπαρταλίδηδες ο Επαμεινώνδας και ο Παντελής .  

Όλοι ζούσαν στο  παραθαλάσσιο χωριό Αμπαρλί της Κωνσταντινούπολης που τους κρατούσε  σαν μια αγκαλιά  και η θάλασσα ήταν η ψυχή τους . 

Όταν ήρθαν στην Νέα Δήμητρα, ένας τόπος σκληρός με βουνά χωρίς την ομορφιά της θάλασσας  έμοιαζε σαν να είχαν χάσει τον εαυτό τους .Ο ορίζοντας εδώ  ήταν καφετί και  ατελείωτος. Αντί για τον ήχο των κυμάτων άκουγαν τον  άνεμο Βαρδάρη να σφυρίζει πάνω από τα σπίτια τους . Το χώμα ήταν σαν πέτρα και η αλμύρα που είχαν γευτεί και θυμόταν είχε αντικατασταθεί από την σκόνη που κολλούσε στο δέρμα τους.   

 Στην Πατρίδα τους ψάρευαν και γέμιζαν τις βάρκες τους φορτωμένες  ψάρια . Ήταν τόσο κοντά η θάλασσα που τους  έδινε ζωή ,παρηγοριά .  Τάιζαν τα ζώα τους και έβαζαν νερό  από την  θάλασσα στην βαμβακόπιτά τους , διηγούνταν οι ίδιοι !  «Η θάλασσα μας έδινε ζωή «έλεγαν .Το ψωμί μας , τα τραγούδια μας  , την χαρά μας «  

‘Ένοιωθαν την απεραντοσύνη της και την ανάσα της  και μιλούσαν για τα καΐκια τους ,για τις αυλές που έβλεπαν τον Βόσπορο και τις ιστορίες που είχαν σχέση με την μοσχομυριστή Πατρίδα με  τα γιασεμιά και τα ωραία δειλινά .  

Οι πρώτες νύχτες στην Νέα Δήμητρα ήταν βαριές . Οι γυναίκες δάκρυζαν σιωπηλά θυμούμενες τις βόλτες δίπλα  στην θάλασσα και οι άνδρες στέκονταν στις αυλές των σπιτιών κοιτώντας τα μπαΐρια , το άδειο τοπίο !  

Αναρωτιούνταν πως θα ξαναγεννούσαν τη ζωή σε αυτόν τον ξερότοπο , πως θα έφτιαχναν ρίζες σε μια γη που δεν μύριζε ούτε λίγο αλάτι . 

 Κι όμως  με τον καιρό οι Αμπαρλιώτες έμαθαν να ποτίζουν την ξερή  γη με τον ιδρώτα τους . Πήγαν άλογα , κάρα , ζώα , εργαλεία και άρχισαν να καλλιεργούν την γη  και τα χωράφια άνθισαν , τα αμπέλια έβγαλαν τους πρώτους καρπούς , οι αυλές γέμισαν παιδικές φωνές και λίγο αναθάρρεψαν .  Γέμισαν με λουλούδια τις αυλές τους και ομόρφαιναν τον τόπο γύρω τους . Θυμάμαι την γειτονιά αυτήν με τα όμορφα μικρά σπιτάκια και τα νοικοκυριά τους .  Γέμισαν μυρωδιές που έφεραν μαζί τους  απ’ την Πόλη με το φρεσκοψημένο ψωμί και το τσουρέκι.  

Οι γυναίκες φύτεψαν βασιλικούς και γιασεμιά  στους μπαχτσέδες τους και οι άνδρες έστησαν μικρούς κήπους .  Έτσι  η γειτονιά τους έγινε  ένας τόπος που απέκτησε ψυχή , καρδιά και φωνή .  

Δεν ξέχασαν ποτέ όμως την Πατρίδα τους , το Αμπαρλί που ζούσε μέσα τους , στα τραγούδια που τραγουδούσαν όταν έπιναν το καλό κρασί που έδινε η νέα γή , στην γεύση των φαγητών τους και στα παραμύθια που μιλούσαν για την θάλασσα . Και έκλαιγαν ! Όταν τους ρωτούσαν τα εγγόνια τους γιατί κλαίνε,  απαντούσαν : «Δεν κλαίμε . Θυμόμαστε  ! «  Την θάλασσα που ήταν τόσο μακριά τους  αλλά τόσο κοντά στην καρδιά τους, σαν κρυφή σύντροφος .   

Η Νέα Δήμητρα μπορεί να μην είχε την αλμύρα του Βοσπόρου,αλλά είχε κάτι άλλο ,: την δύναμη της μνήμης . Κι έτσι οι Αμπαρλιώτες έμαθαν να ζουν ,  να αγαπούν ,να παλεύουν . Και κάθε φορά που ο ουρανός γινόταν γαλάζιος , έμοιαζε σαν να έβλεπαν ένα κομμάτι από την παλιά τους θάλασσα, που δεν άφησαν ποτέ στ’ αλήθεια πίσω !  

Και πέρασαν τα χρόνια . Οι φωνές που κάποτε γέμιζαν την γειτονιά έσβησαν σιγά – σιγά , σαν ψίθυροι που χάθηκαν μέσα στον χρόνο . Οι Αμπαρλιώτες που είχαν δώσει ζωή σε αυτήν την γειτονιά , σε αυτόν τον τόπο , έφυγαν ο ένας μετά τον άλλον . Άλλοι πήγαν να βρουν δουλειά στις πόλεις, άλλοι έφυγαν στην ξενιτιά , άλλοι έφυγαν για πάντα αφήνοντας πίσω τα σπίτια τους , τις αυλές τους , τις μνήμες τους . Τα παιδιά που κάποτε έπαιζαν στα σοκάκια μεγάλωσαν ,ταξίδεψαν  και  πήραν μαζί τους τις ιστορίες της γειτονιάς .  

 Η γειτονιά έμεινε πίσω  με τα χαλάσματα και οι μπαχτσέδες με τους βασιλικούς και τα  γιασεμιά τώρα έγιναν χορταριασμένα χωράφια .Τα κλειστά παντζούρια μοιάζουν να κρύβουν τον απόηχο των παλιών γιορτών . Μόνο ο άνεμος περνάει τώρα  από την γειτονιά των Αμπαρλιωτών γεμίζοντας τα σοκάκια με έναν γλυκό , μελαγχολικό ψίθυρο. Ίσως να είναι οι φωνές των Αμπαρλιωτών που χάθηκαν , μα δεν ξέχασαν !  

Η γειτονιά μπορεί να έμεινε άδεια ,  αλλά η μνήμη της ζει . Στα τραγούδια , στις καρδιές εκείνων που την έζησαν ή που την άκουσαν μέσα από τις ιστορίες των γιαγιάδων . Είναι ένας τόπος , σκιά της ζωής που κάποτε άνθισε και τώρα  περιμένει  πάντα να τον θυμούνται !  

Με δάκρυα στα μάτια θυμάμαι εκείνο το όμορφο κομμάτι του χωριού μου, την  γειτονιά που κάποτε έσφυζε ζωή .  

  Με τα δάκρυα να κυλούν νοιώθω αυτό το κομμάτι του χωριού μου κάτι περισσότερο από πέτρες και αυλές. Είναι η ψυχή του παρελθόντος , οι ρίζες μας , οι άνθρωποι που έφυγαν αλλά μας εμπνέουν . Και όσο τους  θυμόμαστε , όσο τους αγαπάμε και μιλάμε γι’ αυτούς ,δεν θα χαθούν ποτέ στ’ αλήθεια !  

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή