Νόστος και Ξενιτιά : Οι Αναμνήσεις της Νέας Δήμητρας .
Η ξενιτιά δεν είναι μόνο απόσταση . Είναι μια ανοιχτή πληγή . Όλοι μας ζήσαμε κάποια στιγμή της ζωής μας την οδυνηρή στιγμή του αποχωρισμού από την πατρίδα , από τα αγαπημένα μας πρόσωπα και πράγματα. Στο χωριό μας Νέα Δήμητρα , την δεκαετία του ‘’60 , μας χτύπησε την πόρτα κι εμάς η ξενιτιά .
Οι άνθρωποι είναι ο πραγματικός και μοναδικός πλούτος ενός τόπου και χωρίς αυτούς νεκρώνουν οι τόποι και ερημώνουν . Ευτυχώς στο χωριό μας δεν ήταν τόσο μεγάλο το ρεύμα του φευγιού . Το χωριό μας είχε έναν κάμπο που έδινε τα απαραίτητα, βέβαια με αγώνα πολύ . Δεν ήταν τα άγονα χωράφια τυών άλλων χωριών ,στα βουνά του Κιλκίς . Από εκεί αιμορράγησαν τα χωριά και έφυγαν οι άνθρωποί τους , για να βρούν καλύτερη τύχη .
Από το χωριό μας Νέα Δήμητρα έφυγαν λίγοι ,μα αρκετοί για να ματώσουν καρδιές και να γεμίσουν το χωριό με σιωπηλά παράπονα . Άλλοι πήραν τον δρόμο για την Γερμανία , τη Σουηδία , την Ελβετία . Δύο – τρεις οικογένειες έφτασαν μέχρι την Αυστραλία και την Αμερική , μία στην Νέα Ζηλανδία , μία στον Καναδά , μία στην Γαλλία . Πλοία , τρένα, αεροπλάνα τους απομάκρυναν από τον τόπο , που τους έδενε σωματικά και ψυχικά. Και κάθε αναχώρηση ήταν ένας ζωντανός θάνατος .
Ο πόνος για τους ξενιτεμένους ήταν μεγάλος και πολλοί δεν γύρισαν στην πατρίδα . Κάθε μετανάστης ήθελε να γυρίσει πίσω και είχε την ελπίδα της επιστροφής . Άλλα η ζωή με τις δυσκολίες της και το μέλλον των παιδιών τους δεν τους άφησε . Έζησαν σε δύσκολες συνθήκες εργασίας σε τόπους μακρινούς , είχαν τα χρήματα που απέκτησαν από την δουλειά τους αλλά τίποτε δεν μπορούσε να αναπληρώσει το κενό , που ένιωθαν από αυτήν τη φυγή . Ήταν ξένοι σε ξένους τόπους και η σκέψη τους ήταν πάντα στην πατρίδα .
Οι μανάδες και οι πατεράδες τους έμειναν πίσω και είχαν ένα αδιάκοπο μοιρολόι για τον άνθρωπο, που χάνεται στην ανελέητη ξενιτιά .Δεν έζησαν την καθημερινότητα των γονιών τους και στερήθηκαν τις απλές στιγμές και την αγκαλιά τους . ” Θα ξαναγυρίσουν “, έλεγαν .”Μόνο για λίγο φεύγουν “. Μα το λίγο γινόταν χρόνια ,τα χρόνια δεκαετίες και πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ .
Θυμάμαι τον αποχαιρετισμό της ξαδέλφης μου , της Χαρίκλειας ,όταν έφυγε για τον Καναδά . Ήμουν εκεί την τελευταία φορα που αποχαιρέτησε την μαμά της. Μια σκηνή αρχαίας τραγωδίας , μια στιγμή τόσο δυνατή με συναισθήματα μεγάλης λύπης και απελπισίας, που έκοβε την ανάσα .
Κάθε αποχαιρετισμός ήταν σαν να ήταν ο τελευταίος . Η θεία μου ήταν μεγάλη σε ηλικία για να περιμένει την επόμενη συνάντηση , με το αγαπημένο της παιδί .Η θεία μου η Νούλα ήπιε το φαρμάκι της ξενιτιάς δύο φορές .Στην Ελβετία η μια κόρη της και στον Καναδά η άλλη .Όταν όμως περνάς ωκεανό είναι χειρότερα , γιατί δεν είναι εύκολη η επιστροφή .Ζωντανός θάνατος , λένε.
Οι ξενιτεμένοι Νεοδημητριώτες δούλεψαν όλο τον χρόνο με εργατικότητα και δύναμη και πρόκοψαν οι Νεοδημητριώτες και όπου πάτησαν το πόδι τους εκτίμησαν το ψωμί , που έτρωγαν σε εκείνον τον τόπο . Τα καλοκαίρια ,όταν επέστρεφαν ,το χωριό ζωντάνευε ξανά . Έρχονταν για να περάσουν τις μέρες τους , με τους δικούς τους ανθρώπους .Επέστρεφαν πάντα εκεί που πραγματικά υπήρξαν ,στον αγαπημένο τους τόπο και στο αγαπημένο τους χωριό . Έκαναν και τα παιδιά τους να νιώθουν αυτήν την λαχτάρα για τον γενέθλιο τόπο τώυν γονιών τους .
Τα βράδυα στην Πλατέα γινόταν το καλωσόρισμα .Στις ταβέρνες «στα σουβλάκια «, ήταν κάθε βράδυ με τους συγγενείς τους .Δεν έμεναν λεπτό μακριά από τους δικούς τους και τις ομορφιές του χωριού μας . Ήθελαν να ρουφήξουν κάθε ομορφιά , να την αποτυπώσουν , να την πάρουν μαζί τους , να την έχουν στα μάτια τους , όταν πέφτουν να κοιμηθούν στο μαξιλάρι της ξενιτιάς . Αυτό που πολλές φορές το έβρεξαν με τα δάκρυα της αναθύμησης . Με τα δάκρυα για τον νόστο ,την νοσταλγία , λαχταρούσαν και περίμεναν , «το νόστιμον ήμαρ», την επιστροφή , που δεν ήρθε, γιατί πέρασαν τα χρόνια και άλλαξαν τα πράγματα .
Η ξενιτιά τους κράτησε στα χέρια της ! Τους πλάνεψε σαν μια νέα , όμορφη κοπέλα και περνώντας τα χρόνια αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις τους και τους κράτησε εκεί .
Οι καλοκαιρινές νύχτες στο χωριό γέμιζαν με τραγούδια που έβγαιναν από το τζουκ μποξ και ήταν πάντα αφιερωμένα. Ο Καζαντζίδης τραγούδησε γι’ αυτήν την πληγή . « Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό « .
Κάποιοι ήπιαν και μέθυσαν για να ξεχάσουν πρόσκαιρα αυτήν την μαγεύτρα ξενιτιά και μέσα στην ζάλη τους τραγούδησαν τα τραγούδια , που εξέφραζαν αυτόν τον πόνο .
«Μην μου θυμώνεις μάτια μου
Που φεύγω για τα ξένα «
Έγραψε ο Σταύρος Κουγιουμτζής και ακουγόταν τα καλοκαίρια από το τζούκ μποξ , στην Πλατέα της Νέας Δήμητρας. Αυτά τα τραγούδια ένωναν τους Νεοδημητριώτες σε μια κοινή θλίψη .
Κάποιο «ξενάκι « σιγοτραγούδησε το τραγούδι του Σταύρου Κουγιουμτζή και εμείς σιγοντάραμε μαζί του .
«Ξενάκι είμαι και θα ‘ρθώ ,
Στο στρώμα σου να κοιμηθώ
Κι αν σε ρωτήσουν μην ντραπείς
Ξενάκι είμαι να τους πείς « .
Και «Να σε παιδεύει ο πλάστης μου καταραμένη ξενιτιά , μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στην φωτιά». Τραγουδούσε ο Πουλόπουλος το ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού , που μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Σπανό . Αυτά τα τραγούδια έδιναν φωνή σε συναισθήματα δύσκολα να εκφραστούν με λόγια .
Όταν το άκουγα παιδούλα ακόμη , δεν μου δημιουργούσε αυτά τα συναισθήματα που ένοιωσα αργότερα για τον αποχωρισμό αγαπημένων προσώπων .Ο πόνος αυτός εκφράστηκε με το τραγούδι , που είναι το κύριο μέσο έκφρασης του λαϊκού μας πολιτισμού .
«Γι’ αυτούς που φεύγουν και γι’ αυτούς που μένουν « .
Ο ύμνος των ξενιτεμένων, που ακούγαμε στην Πλατέα , παραγγελία από κάποιον ήταν παγιδευμένος στην πλανεύτρα ξενιτιά .
«Αχ , η ξενιτιά το χαίρεται τζιβαέρι μου (θησαυρέ μου ) , το μοσχολούλουδό μου
Αχ, που πήρες το παιδάκι μου και το ‘κανες δικό σου».
Τα τραγούδια εξέφραζαν με ζωηρά χρώματα τους πόθους , τους καημούς και την νοσταλγία για την πατρική γη.Και αυτά άγγιζαν την ψυχή μας . Ευτυχώς οι οικογένειες της Νέας Δήμητρας κρατούν ζωντανές τις μνήμες και την σύνδεσή τους με την πατρίδα παρά τις δυσκολίες γιατί η ξενιτιά θέλει πέτρινη καρδιά .
Ένας φόρος τιμής στους ξενιτεμένους μας, αλλά και στους ανθρώπους που έμειναν πίσω και κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής.
«Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα
Και θα ζούμε μήνες , χρόνους χωρισμένοι ,
Άφησε να πάρω κάτι από σένα
Γαλανή πατρίδα , πολυαγαπημένη
Χώμα αγαπημένο , χώμα ελληνικό !»
Γεώργιος Δροσίνης
Με δάκρυα στα μάτια
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023