Νέα Δήμητρα. Ο Πρώτος Θερισμός
Το χώμα δεν τους ήξερε ακόμα. Κι εκείνοι δεν ήξεραν το χώμα. Είχαν έρθει από τη Ανατολική Θράκη , άνθρωποι χτυπημένοι από τον ξεριζωμό, άλλοι με βόδια και κάρα, άλλοι με καράβια , άλλοι με μόνο ένα ζεμπίλι στον ώμο και την εικόνα της Παναγίας. Είχαν ακούσει πως ο τόπος αυτός είχε νερά και κάμπο φαρδύ. Τους το δείξαν από μακριά. Εκεί, τους είπαν, θα ριζώσετε.
Ο πρώτος θερισμός δεν ήταν μόνο αγώνας για το ψωμί. Ήταν η πρώτη δοκιμή αν μπορούν να σταθούν εδώ, μαζί. Άνθρωποι από διάφορα χωριά και τόπους ,με άλλα συνήθεια , αλλά το δρεπάνι δεν ζητούσε λέξεις, μόνο ρυθμό και ιδρώτα.
Πήγαν στο χωράφι με ό,τι βρήκαν. Δανεικά δρεπάνια, σακούλια μισοσκισμένα , κάρα και άλογα που δεν γνώριζαν ακόμη τη γη. Οι γυναίκες έπλεκαν μαντήλια για να μη στάζει ο ιδρώτας στο σιτάρι. Τα παιδιά κουβαλούσαν νερό με τενεκέδες. Κι ο ήλιος από πάνω, ντάλα, τους ζύγιζε έναν–έναν.
Θυμάται η Γαρυφαλλιά η Γεωργιάδου , τότε κορίτσι δώδεκα χρονών, που τα μάτια της πονούσαν από το φως και τη σκόνη:
– Δεν ήξερα αν θερίζουμε σιτάρι ή ξεριζώνουμε τα χέρια μας.
Ο Χρυσοβέργης ο Δημητριάδης, τότε παλικάρι είκοσι χρονών ,έμαθε να κάνει δεμάτια από τον μπάρμπα Γιαννακή τον Κυριακίδη ,καθώς έβλεπε τι έκανε και τον αντέγραφε.
– Έτσι μάθαμε, με το μάτι. Και με τον πόνο, είπε χρόνια αργότερα.
Ο Γαληνός ο Λεονταρίδης, από το Όκλαλι, στάθηκε στο άκρο του χωραφιού του και σταύρωσε τα δάχτυλά του στον ήλιο. Πλάι του ο ξάδελφός του ο Νικολάκης ο Καλφόπουλος στεκόταν με το βλέμμα άντρα. Από τα δυτικά χωράφια, ο Αντώνης Ιωακειμίδης ερχόταν με το άλογο και η γυναίκα του, η Ελένη Καλφοπούλου, κρατούσε στον ώμο της το ταγάρι με το ψωμοτύρι.
Πιο πάνω, στις μπαΐρες , οι Παρπαράδες, ο Σωτήρης με τη Μαγδαληνή , ο Γιώργης με τη Χρυσή ξεκινούσαν με δρεπάνια . Δίπλα τους οι Μαλγαρίδηδες, η Αθηνά που κρατούσε ένα μικρό παιδί στην πλάτη και έδινε κουράγιο στον άντρα της, τον Χαράλαμπο , που ήδη είχε αρχίσει να θερίζει .
Πιο εκεί ο Κωνσταντής ο Νατσάς με την Ραλλιώ και στο διπλανό χωράφι ο Φώτης ο Παναγιωτίδης με την Φωτίκα . Η Κατίνα η Τακίδου με τα παιδιά της τον Δημήτρη , τον Γιώργη και την μικρή Βασιλική ,που έτρεχε κι εκείνη μέσα στο καμίνι του κάμπου .
Οι Μητακίδηδες από τη Σηλυβρία, ο Θόδωρος με την Ελένη του, ήρθαν κι αυτοί, με ένα κάρο που έτριζε από το βάρος του χρόνου.
Στον ίσκιο μιας καρυδιάς, η Πιστευή η Μπόσκου ξεκούραζε την καρδιά της .
Και πιο πέρα , ο Αλέξανδρος ο Κεχαγιάς με τα αδέλφια του , έδεναν στάχυα σε δεμάτια σφιχτά, όπως έδεναν και την οικογένεια που είχε διασκορπιστεί στις στάχτες της προσφυγιάς.
Λαζαριώτες , Κλαλιώτες , Αμπαρλιώτες , Σηλυβρινοί, Αγαλανιώτες ,όλοι μαζί στον κάμπο . Όλοι κάτω από τον ίδιο ήλιο, με τις ίδιες πληγές στα χέρια και την ίδια σιωπηλή ελπίδα στα μάτια. Οι φωνές τους πλεγμένες σαν τα στάχυα, οι προφορές διαφορετικές, αλλά η ανάγκη κοινή. Να βγει ψωμί , να ενωθούν , να ξαναγίνουν χωριό.
Το βράδυ, μοιράστηκαν τον πρώτο καρπό. Ψήσανε λίγο στάρι στην πυροστιά, το τρίψανε και το κάνανε τραχανά ή κάτι να τρώγεται . Δεν υπήρχε ακόμη φούρνος, μόνο φωτιά σε λάκκο. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά, κάτω απ’ τον ουρανό, είχαν κάτι που τους έδεσε. Ο ένας κράτησε την κανάτα για τον άλλον. Ο μπάρμπα Σωτήρς ο Αρβανίτς , είπε:
– Όπου φυτρώνει σιτάρι, φυτρώνει και άνθρωπος.
Κανείς δεν ήξερε τότε, πως αυτός ο πρώτος θερισμός ήταν ο σπόρος του χωριού. Δεν ήταν πλούσιος, ούτε εύκολος. Ήταν όμως κοινός. Και εκεί, ανάμεσα στα στάχυα και στον καύσωνα, γεννήθηκε το χωριό Νέα Δήμητρα, το προσφυγικό. Όχι από τα σπίτια. Από το χωράφι.
” Αυτό δεν είναι θερισμός μόνο ” , είπε ο Λεωνίδας ο Λεβενταράς . Από εδώ και πέρα, θερίζουμε μαζί”
Και κανείς δεν μίλησε. Γιατί όλοι ήξεραν πως, χωρίς να το καταλάβουν, είχαν ήδη θερίσει κάτι πιο βαθύ, την αρχή της μνήμης, την πρώτη ρίζα στο νέο χωριό.