Μνήμες του 1940 στη Νέα Δήμητρα. Όταν χτύπησε η καμπάνα. Οκτώβριος 1940  

Μνήμες του 1940 στη Νέα Δήμητρα. Όταν χτύπησε η καμπάνα. Οκτώβριος 1940  

Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει πίσω από τις μουριές. Ήταν 28 Οκτωβρίου, Δευτέρα πρωί .  

 Η Πλατέα  της Νέας Δήμητρας ήταν ήσυχη, μα με μια αναμονή στον αέρα, σαν κάτι να ψιθύριζε πίσω από τις πόρτες και τις αυλές. Τότε , πριν καλά καλά χαράξει ,ήχησε η καμπάνα . 

Όχι μελωδία. Όχι για γάμο, ούτε για βάφτιση, ούτε για κηδεία. Ήταν αλλιώς. Ήταν σεισμός. 

Βαριά. Συνεχόμενη. ΠΟΛΕΜΟΣ. 

Ένα αγόρι έτρεξε  στην Πλατέα. 

«Ο Μεταξάς είπε ΟΧΙ! Επιστράτευση! Επιστράτευση!» 

Η Πλατέα ξαφνικά ξύπνησε από τον ύπνο της. Οι γυναίκες βγήκαν με τις ποδιές, οι άντρες έτρεχαν  στα καφενεία .  Τα μικρά παιδιά δεν καταλάβαιναν, μα φοβήθηκαν το ύφος των γονιών τους. Η γιαγιά μου  στο κατώφλι, σφούγγιζε τα χέρια της στην ποδιά. 

Ο Ιταλός πρέσβης παρέδωσε το τελεσίγραφο στον Μεταξά γύρω στις 3 το ξημέρωμα . Ο Μεταξάς απάντησε : “Λοιπόν ,έχουμε πόλεμο !” Η Ιταλία επιτέθηκε στην Ήπειρο στις 5.30 το ίδιο ξημέρωμα . Έτσι η Ελληνική κυβέρνηση έδωσε εντολή για άμεση δημοσιοποίηση της επιστράτευσης στις 6.00 το πρωί και οι καμπάνες σήμαιναν την έναρξη του πολέμου με την Ιταλία .  

Εκείνο το πρωί οι άντρες μαζεύονταν στο  σχολείο. Έφευγαν για το μέτωπο της Αλβανίας.  

Οι μανάδες  ετοίμαζαν τους μπόγους . Μάλλινες κάλτσες, πουλόβερ, ένα κομμάτι σπιτικό ψωμί  και ένα μικρό εικόνισμα.  

Στην Πλατέα, τις επόμενες μέρες, δεν ακούγονταν γέλια. Μόνο το τρέξιμο των παιδιών και το τρίξιμο από τις ρόδες που κουβαλούσαν μανάδες με μπόγους. 

Ο μπαμπάς μου ο Τάσος θυμάται και περιγράφει :  

“Μόλις χτύπησε η καμπάνα αλλιώτικα εκείνο το πρωινό, όλα τα παιδιά πεταχτήκαμε έξω σαν σπουργίτια. Δε μας τρόμαξε ο ήχος , αντίθετα, μας έκανε να γελάσουμε. Ήταν γιορτινός, νομίσαμε. Σαν εκείνον του Δεκαπενταύγουστου. 

Τρέχαμε πάνω-κάτω στο χωριό, πάνω στο παγωμένο χώμα και ακούγαμε τις  φωνές των μεγάλων. 

 Είδαμε τον κόσμο να  μαζεύεται στο σχολείο , εκεί είχαν στήσει το τραπέζι για τις καταγραφές. Οι άντρες στέκονταν στη σειρά, με το βλέμμα σκυθρωπό κι οι γυναίκες από πίσω κρατούσαν σφιχτά τα μαντήλια τους και τα παιδιά τους. Εμείς όμως… αλλού το μυαλό. 

Μας φαινόταν σαν πανηγύρι. Πολύς κόσμος μαζεμένος, φωνές, κίνηση , κάτι συνέβαινε, κι αυτό μας ενθουσίαζε. Πηδούσαμε τα σκαλοπάτια του σχολείου, παίζαμε κυνηγητό στους αυλόγυρους, γελούσαμε, όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να γελούν, δίχως να καταλαβαίνουν. Δεν ξέραμε ότι εκείνη η καμπάνα δεν καλούσε σε γιορτή, μα σε χωρισμό”.  

Πίσω τους , τα πρόσωπα των μεγάλων σκλήραιναν. Κάποιοι έβαζαν τις υπογραφές τους με τρεμάμενο χέρι, άλλοι κοίταζαν προς τα βουνά, λες κι από κει ερχόταν ο πόλεμος. Και τα  παιδιά ,  με τις τσέπες γεμάτες καρύδια και βελανίδια, συνεχίζανε  το παιχνίδι τους , χωρίς να υποψιάζονται  πως τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο. 

Η καμπάνα δεν σταμάτησε για ώρα. Στην Πλατέα άρχισαν να μαζεύονται οι πρώτοι. Τα παιδάκια έτρεχαν πίσω από τους χωριανούς . Ο  πατέρας μου ο Τάσος , μικρό παιδί ακόμα , εφτά χρονών ,ανέβηκε τα σκαλάκια του κοινοτικού σχολείου, εκεί που είχαν πει πως θα γίνει η καταγραφή. Και άλλα παιδάκια του χωριού τριγυρνούσαν . Ο Τάκης ο Αργυρόπουλος , ο  Γιώργος ο Αλεξιάδης , ο Αντωνάκης ο Αλμπανίδης , ο Ιωακειμίδης ο Γιακίμς με τον αδελφό του τον Απόστολο , ο Χρήστος ο Καλφόπουλος , ο Χρήστος ο Κεχαγιάς ,  ο Παναγιώτης ο  Παρπαράς ,ο Σταύρος ο  Σοαντζόγλου , ο Δημήτρης ο Τσαλικίδης , ο Στέργιος ο Φωτιάδης , ο Κότσος ο Γκόγκος , ο  Δημήτρης ο Χατζής ,ο Γιακίμς ο Παπαδόπουλος του Ανέστη  και ο αδελφός  του ο Κωνσταντίνος ,ο Μόσχος ο Τσαλικίδης της Πετρίνας , ο Σωτηριάδης ο Θανάσης,  ο Στέφανος ο Εσκιόγλου , ο  Περικλής ο  Νικολαΐδης και ο αδελφός του ο Παρασκευάς.  

Ο Γαληνός  ο Λεονταρίδης ήταν ήδη εκεί. Κρατούσε ένα μπλοκ και ένα μολύβι και σημείωνε ονόματα. Ο κόσμος τον εμπιστευόταν ,ήξερε γράμματα, ήξερε λογαριασμούς. 

“Αλετρίκης Αντώνιος του Δημητρίου ” . 

«Εδώ», είπε  και χαιρέτησε στρατιωτικά, σα να ήταν ήδη στο μέτωπο. 

Από πίσω του εμφανίστηκε ο γιός του Γαληνού , ο Αθανάσιος Ευθυμιάδης, ο σιδεράς του χωριού. 

“Έσβησα τη φωτιά στο καμίνι και ήρθα . Δεν γίνεται αλλιώς.” 

Ο Γαληνός τού έγνεψε. “Η Φρόσω σου έχει έτοιμο σακίδιο, λέει.” “Ναι ,είναι όλα έτοιμα», απάντησε .  

Ο Σταματιάδης ο Γιαννακής  στεκόταν παράμερα, με τα χέρια στις τσέπες. Δεν μιλούσε πολύ. Όταν έφτασε η σειρά του, είπε μόνο: 

«Να γράψεις και τον αδελφό μου τον Κωνσταντή “.  

Στην αυλή είχαν ανάψει ένα μαγκάλι. Γύρω του κάθονταν γυναίκες με σκούφους. Η Κερανιώ  η Τσάκαινα ,η  γιαγιά μου, καθόταν αμίλητη. Δίπλα της, η Μαρία  η κόρη της, κρατούσε σφιχτά εναν μπόγο στα χέρια της . Είχε μέσα ψωμί , κάλτσες και δύο κονσέρβες .  

“Πρέπει  εμείς να πλέξουμε,  για να ζεσταθούν αυτοί που πάνε να παγώσουν ! ” είπε η γιαγιά Πετρίνα η καντηλανάφτισσα .  

Η Κεράνα η Σταματιάδου  έφερε κουβέρτες από το σπίτι των  Σταματιάδηδων . 

«Πάρτε. Όσοι δεν έχετε. Είναι μάλλινες , από τις προίκες μας .  

Κάπου εκεί εμφανίστηκε και ο Διαμαντής Ιωακειμίδης, με το σακάκι ριχτό. Είχε έρθει απ’ την Αμερική και μόλις είχε ξαναμπεί στον ρυθμό του χωριού. 

“Αν χρειαστείτε γράμματα για το μέτωπο, εγώ θα γράφω. Ξέρω και ελληνικά και αμερικάνικα. Και να τα στείλουμε σωστά.” 

Ο Αλέξανδρος ο Κεχαγιάς έφερνε σιγά-σιγά νερό για το άλογο του Λοχία που είχε έρθει με εντολές από το Τάγμα του Κιλκίς. 

«Έχεις αγόρι , Αλέξανδρε», του είπε. 

“Ναι , έχω και είναι μικρό ακόμα “, απάντησε. 

«Αν μεγαλώσει, θα πάει κι αυτό στον επόμενο.» 

Ο Θανάσης ο Καλφόπουλος  στεκόταν  πιο εκεί με  τις αδελφές του την Κρυσταλλένια και τη Λαμπρινή . Δεν ήταν ακόμα επιστρατεύσιμος. 

Στην άκρη, αθόρυβα, η Χάιδω η Κυριακίδου έκλαιγε όσο  ο Νικόλας ο άνδρας της ήταν μπροστά στον γραμματέα και γραφόταν . Κοντά της τα μικρά  παιδιά τους η  Ζηνοβία ,ο Κυριάκος και η Χρυσούλα . Και στα σκαλιά καθιστός ήταν ο Δημήτρης ο Πολυχρονάκης ο γιός  του Απόστολου και της Βαγιανής .  

Πιο εκεί η Εψεβία η Γιοβαντσάκη ερχόταν με τον αδελφό της τον Φώτη τον Φωτακίδη. Και πιο πέρα περίμενε ο Κωνσταντής ο Γεωργιάδης ,18 χρόνων παιδί να γραφτεί στους καταλόγους . Ο μπαμπάς του ο Γιάνναρος και η μάνα του ,η Κυριακή ,στέκονταν παραδίπλα .  

Και στο τέλος της σειράς ο Βασίλης  ο Μάρογλου που τον κρατούσε αγκαζέ η Φωτεινιώ με δάκρυα στα μάτια .  

Μέχρι το ξημέρωμα, το χωριό είχε μεταμορφωθεί. 

Οι δρόμοι είχαν γεμίσει από μπόγους, ευχές, δάκρυα, και φωνές που φώναζαν μέσα τους “Γύρνα πίσω!” 

Οι γυναίκες δεν έμεναν πια στις αυλές. Έπλεκαν, έψηναν  και ξαγρυπνούσαν. 

Η Πλατέα δεν σταμάτησε εκείνη  τη μέρα και δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. 

Γράμματα από το Μέτωπο. 

Νέα Δήμητρα – Πίνδος, χειμώνας 1940-41 

Ο Κεμπαπτσόγλου ο Δημήτρης καθόταν στο τραπέζι με τα γυαλιά χαμηλά στη μύτη. Ήταν ο μόνος που έγραφε ωραία γράμματα. Κάθε δύο μέρες, ερχόταν μια γυναίκα με ένα κομμάτι χαρτί στο χέρι .  

“Γράψε, Δημήτρη … 

Αγαπημένε μου άντρα… είμαστε όλοι καλά…” 

Το πρώτο γράμμα έφτασε στη Νέα Δήμητρα λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ήταν από τον  από ένα υψίπεδο της Πίνδου. 

18 Δεκεμβρίου 1940 – Ύψωμα 731 

Μάνα μου …εδώ χιονίζει ασταμάτητα. Τα πόδια  μου έχουν ραγίσει απ’ το κρύο.  

Ο  αδελφός μου ο Ηλίας , να μείνει στο καμίνι, όπως του έμαθα. Να μην κλαίει η μάνα μου. Σας αγαπώ όλους . Δημήτρης .”  

Ο Κεμπαπτσόγλου  διάβασε το χαρτί και το παρέδωσε  στην μάνα του Δημήτρη  

21 Δεκεμβρίου – Αντώνης Αλετρίκης  προς την αδελφή του την Πελαγία . 

” Πελαγία  

δώσε μια αγκαλιά στον αδελφό μας Βασίλη . Χθες θάψαμε τον πρώτο. Τον φώναζαν Γιωργάκη και κρατούσε μια φωτογραφία κοριτσιού όταν τον χτύπησαν. 

 Μόνο φοβάμαι . Όχι τους Ιταλούς ,αλλά το κρύο . Αντώνης».  

Παραμονή Πρωτοχρονιάς – Βασίλης Μάρογλου . 

“Φωτεινιώ μου , μη μου γράφεις πολλά. Πες μου μόνο αν τα παιδιά είναι καλά . 

Σε φιλώ. Βασίλης”.   

Οι γυναίκες διάβαζαν και ξαναδιάβαζαν. Κάποιες φορές, με τον Κεμπαπτσόγλου, έγραφαν κι απαντήσεις: 

“Ο Κυριάκος μεγάλωσε “. 

” Η Ασπασούλα μας άρχισε να λέει λογάκια “. 

“Η καμπάνα χτύπησε για Χριστούγεννα, αλλά χωρίς εσένα”. 

Ο μικρός  Φώτης δεν περπατάει , τρέχει “.  

8 Ιανουαρίου 1941 – Από τον Φώτη Φωτακίδη , σε όλο το χωριό 

 “Αδέλφια μου της Νέας Δήμητρας, 

Κάθε φορά που παίρνουμε γράμμα, ξαναγεννιόμαστε λίγο.  

Να είστε δυνατοί, όπως είμαστε κι εμείς. 

Φώτης , από τα χιόνια της Κλεισούρας.” 

Ο Κεμπαπτσόγλου  είχε πια ένα κιβώτιο γεμάτο γράμματα. Κάποια είχαν αποκολληθεί από το υπόλοιπο χαρτί. Άλλα δεν απαντήθηκαν ποτέ. 

Η μοίρα εκείνων που δεν γύρισαν 

Νέα Δήμητρα, Καλοκαίρι 1941 – και για πάντα 

Το καλοκαίρι ήρθε, αλλά δεν ήρθαν όλοι. Στο καφενείο του Στογιαννάκη  άφηναν κάθε τόσο την καρέκλα του Νικόλα  του Κυριακίδη , άδεια. Όχι γιατί πίστευαν πως θα γυρίσει, αλλά γιατί κανείς δεν ήξερε πώς να πει πως δεν θα γυρίσει. 

Ο Κεμπαπτσόγλου έπαψε να γράφει. Δεν ζητούσαν πια όλοι να στείλουν γράμμα. Άλλοι περίμεναν απάντηση που δεν ήρθε ποτέ. Άλλοι πήραν ειδοποίηση: 

 “Εκ μέρους του Στρατού, σας γνωστοποιούμε τον ηρωικό θάνατο του Υποδεκανέα…” 

Οι επιστολές του μετώπου έγιναν βουβές φωτογραφίες.  

Ένα απόγευμα  είχαν ακουστεί τα πρώτα τραγούδια των αντρών που γύρισαν από την Αλβανία. 

Τον Σεπτέμβρη του ’41, έκαναν μνημόσυνο για τους «αγνοούμενους». Στη λίστα ήταν: 

Νικόλαος Κυριακίδης ,έπεσε στα βουνά της Κλεισούρας. 

Φώτιος Φωτακίδης  τελευταίο ίχνος: υψίπεδα Καλπακίου. 

Οι παπάδες διάβασαν  τα ονόματα και οι γυναίκες φορούσαν μαύρα  

Κάποιοι γύρισαν «σώοι» αλλά όχι ίδιοι. 

Ο Γιαννακής ο Σταματιάδης , γύρισε αλλά δεν μίλησε για χρόνια. Η γυναίκα  του  έλεγε: 

– «Ο άντρας  μου άφησε την ομιλία του στη χιονοθύελλα.» 

Στα μνήματα της Νέας Δήμητρας, υπάρχει μια πέτρα χωρίς όνομα. Πάνω της, κάποιος χάραξε με καρφίτσα: 

“Για τους δικούς μας που έμειναν εκεί ψηλά. 

Εμείς εδώ κάτω θα τους θυμόμαστε, 

όχι με δάκρυ, μα με ιστορία.” 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή