Μνήμες από τις Χρονιές του Βερεσέ. Στου Βασίλη Γιάγκογλου το Μαγαζί.
Στην πλατέα του χωριού, εκεί που οι φωνές και τα βήματα του κόσμου αντηχούσαν από το πρωί, ο Βασίλης Γιάγκογλου άνοιγε το υφασματοπωλείο και το μπακάλικο του. Το κατάστημα ήταν γεμάτο από κάθε λογής πράγματα . Υφάσματα πολύχρωμα και ακριβά, σαπούνια που μοσχοβολούσαν, καφές και ζάχαρη που γέμιζαν τα ράφια και δίπλα, διάφορα είδη σπιτιού, κουζινικά, σκεύη και διακοσμητικά, που οι νοικοκυρές τα χρειαζόταν για το σπίτι της ή για τη γιορτή.
Πολύτιμος βοηθός του ήταν ο Αντώνης ο Αρβανιτίδης , ο αδελφός της γυναίκας του, της Μαρίας. Ο Αντώναρος, όπως τον αποκαλούσαν όλοι, ήταν ένας σωματώδης άντρας με πλατιές πλάτες και γεροδεμένο κορμί, που μπορούσε να σηκώσει όλο το βάρος του μαγαζιού αν χρειάζονταν. Μαζί με τους βοηθούς του , πήγαινε σε όλα τα γύρω χωριά, στο Παλιό, το Αποστολάρ, τα Κτήματα την Κοκάρτζα, το Γκοντζάμαρλι, το Βακούφι και μέχρι τον Άσπρο. Το κάρο τους φορτωνόταν με εμπορεύματα και ο δρόμος ήταν μακρύς , όμως πάντα με μια στάση στο κάθε χωριό για να παραδώσουν το εμπόρευμα, να κουβεντιάσουν και να γεμίσουν τα σπίτια των ανθρώπων με ό,τι τους έλειπε.
Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα, τα χρήματα λιγοστά και οι ανάγκες πολλές. Έτσι, πολλές φορές ο Βασίλης έδινε εμπορεύματα και χρέωνε με «βερεσέ», όπως το λέγανε στο χωριό. Και το τεφτεράκι του, που κρατούσε σημειώσεις για κάθε χρέος, βάραινε από τα ονόματα και τους λογαριασμούς. Ήταν μια εποχή που το εμπόριο δεν γινόταν πάντα με χρήματα, αλλά με την πίστη και την ελπίδα για μελλοντική εξόφληση.
Όταν έφτανε η εποχή του αλωνισμού και οι αγρότες έβαζαν το στάρι τους στα αμπάρια, ο Θανάσης Τριανταφυλλίδης, ο Χουριέτς, φορτωνόταν το κάρο και ξεκινούσε για να μαζέψει τα χρωστούμενα. Στο χέρι του κρατούσε το τεφτέρι με όλα τα χρέη, και γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι. Οι νοικοκυρές πλήρωναν με ό,τι είχαν, κάποιες με αυγά, άλλες με κότες, άλλες με στάρι. Κάθε πληρωμή ήταν μια συμφωνία βασισμένη στην εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη του χωριού.
Ο Θανάσης παρέδιδε τα τσουβάλια με το στάρι στον Βασίλη και εκείνος γέμιζε τα ράφια του μαγαζιού, ξανά και ξανά. Η ζωή του χωριού κινούταν με το κάρο του Θανάση, που έφερνε τα βερεσέδια πίσω στον Βασίλη και το εμπόριο, κι εκείνος εξυπηρετούσε τις ανάγκες του κόσμου.
Αυτή η διαδικασία συνεχίζονταν χρόνο με το χρόνο, με το ίδιο τεφτεράκι να βαραίνει από τα χρέη και τις πληρωμές που έγιναν σε αυγά, στάρι και κότες, αλλά και σε χρήματα. Ο κόσμος εμπιστευόταν ο ένας τον άλλον, γιατί ήξεραν πως, έστω και με βερεσέ, η ζωή θα συνεχίζονταν με κάποιον τρόπο. Κάθε μικρό πράγμα που πέρασε από το μαγαζί του Βασίλη, ήταν μέρος της καθημερινότητας, της σύνδεσης των ανθρώπων, της κοινής πορείας τους, που τους έδινε την ελπίδα να κρατηθούν ενωμένοι, ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια.