Μνήμες από την Πατρίδα
Δεν έπεσε η Ανατολική Θράκη με σπαθί. Δεν έπεσε με πυρκαγιά, ούτε με κραυγές μαχών. Έσβησε με μια υπογραφή, με μια γραμμή στο χαρτί. Ήταν φθινόπωρο του ’22, κι η γη ακόμα ζεστή απ’ το καλοκαίρι. Κι όμως, πάγωσε η ψυχή του κόσμου.
Ο Νικόλας ο Μπαλίδης, ο αραμπατζής όπως τον ήξεραν στο Σκεπαστό των 40 Εκκλησιών της Ανατολικής Θράκης , στεκόταν στην αυλή του σπιτιού του και κοίταζε τις ροδιές. Δίπλα του η Αναστασία , με την μικρή Άννα στην ποδιά και τον Κωνσταντίνο να σκαλίζει το χώμα. Δεν ήξεραν πού θα πάνε, μόνο ότι πρέπει να φύγουν. «Γιατί;» ρώτησε ο μικρός. Κι ο πατέρας δεν είχε λόγια , μόνο ένα βλέμμα απελπισμένο.
Σε άλλο χωριό, στο Όκλαλι της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης , ο Αντώνης Ιωακειμίδης με την Ελένη Καλφοπούλου, μάζευαν το βιός τους. Εικόνες, λίγα ρούχα, μια πέτρα από την αυλή. Ο Αντώνης είχε σφάξει αρνιά, είχε δώσει το χέρι του σε γάμους, είχε στήσει μαγαζί στο Όκλαλι. Τώρα, τίποτα. Όλα πίσω. Πίσω κι η μάνα του, η Ζωή, από το σόι των Παρπαράδων, που δεν πρόλαβε να τους δει να φεύγουν. Πίσω και ο πατέρας τους ο Ιωακείμ ,θαμμένος στα χώματα της αγαπημένης του γης.
Δεν ήρθε πόλεμος στο Όκλαλι. Ούτε στη Σηλυβρία έσπασαν πόρτες οι εχθροί. Ο κόσμος ζούσε όπως πάντα, με το χώμα στα χέρια, με τα παιδιά στις αγκαλιές και την Παναγιά στη γωνιά του σπιτιού. Μα ξαφνικά, ένα πρωί, ακούστηκε η φήμη: «Φεύγετε». Όχι γιατί φταίξατε. Όχι γιατί πολεμήσατε. Αλλά γιατί έτσι έγραψαν εκείνοι που μιλούν με χάρτες και δεν κοιτούν ανθρώπους.
Ο παππούς Γαληνός, γιός του Ευθύμη , στεκόταν στην αυλή του σπιτιού του, εκεί που φύτρωναν βασιλικοί. Είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια το κατώφλι, είχε στερεώσει την πόρτα με καρφιά δικά του. Κι όμως, τώρα του έλεγαν να φύγει. «Πού να πάω;» ρώτησε. Και κανείς δεν απάντησε.
Η Ελένη η Ιωακειμίδου σκούπισε τα δάκρυα της μάνας της , της Γαρυφαλλιάς και έβαλε στη μαντήλα το ψωμί της ελπίδας. Δεν κοίταξε πίσω. Της είπαν πως όποιος κοιτά πίσω πετρώνει η καρδιά του. Μα η δική της είχε ήδη γίνει πέτρα.
Η Σηλυβρία, η όμορφη πόλη με το γιαλό και τις ελιές, άδειασε χωρίς φωνές. Μονάχα οι καμπάνες χτύπησαν πένθιμα.
Ο Λάμπης ο Δημητριάδης έκλεισε το καροποιείο του, άγγιξε τις ρόδες που δεν θα ξανακύλησαν εκεί. Ήξερε πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο.
Έφυγαν με καμήλες, με κάρα, με εικόνες τυλιγμένες σε κουβέρτες. Και φτάσανε στη Νέα Δήμητρα του Κιλκίς, άγνωστοι σε ξένο τόπο. Μα κρατούσαν μέσα τους μια μνήμη, φωτεινή σαν καντήλι που δεν σβήνει.
Η Σηλυβρία βούλιαξε σιωπηλά. Ο Μιχάλης ο Νικολαΐδης με την Μαργιόρα ετοιμάζονταν βιαστικά . Σε άλλο χωριό της πόλης, στο Φανάρι ,ο Θόδωρος ο Μητακίδης ετοίμαζε λίγα τρόφιμα και φόρτωνε το κάρο . Η γυναίκα του η Ελένη η Τσέτα έντυνε τα παιδιά την Άννα και τον Σωτήρη ,να προλάβουν τους άλλους συγγενείς τους από το Αμπαρλί της Πόλης . Στο Λαζάρκιοΐ της Τσατάλτζας, ο Θόδωρος ο Μήττας γέμιζε το ζεμπίλι με ψωμιά και η Μελαχρινή είχε στην αγκαλιά της τον Ζαφειράκη ,ενός χρονού.
Στο καράβι για τη Θεσσαλονίκη, η Μάλαμα η Ιωακειμίδου έκλαιγε σιγανά. «Θα ξανάρθουμε;» ρώτησε κάποιος. Μα η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.
Φτάσανε στον τόπο που αργότερα θα ονόμαζαν Νέα Δήμητρα. Δεν τους περίμενε κανείς. Μα χτίσανε σπίτια, σκάψανε πηγάδια, ξανάφτιαξαν πατρίδα πάνω σε ξένη γη. Ο Μπαλίδης δούλεψε ως καροποιός ,αραμπατζής δηλαδή , ο Μητακίδης δάμαζε τη γη, η Μελαχροινή έψηνε τα ψωμιά της στον φούρνο που έχτισαν στη Νέα Δήμητρα. Έφυγαν με καμήλες, με κάρα, με εικόνες τυλιγμένες σε κουβέρτες. Και φτάσανε στη Νέα Δήμητρα του Κιλκίς, άγνωστοι σε ξένο τόπο. Μα κρατούσαν μέσα τους μια μνήμη, φωτεινή σαν καντήλι που δεν σβήνει.
Δεν μίλησαν πολύ. Όμως στα μνημόσυνα, στα πανηγύρια, στα μαγειρέματα, έλεγε ο παππούς. «Εκεί στην πατρίδα ήτανε αλλιώς…». Κι αρκούσε αυτό για να φωτιστεί ο τόπος.
Γιατί η Ανατολική Θράκη δεν χάθηκε. Ζει στις φλέβες των παιδιών της. Στα εγγόνια του Αντώνη, του Σωτήρη, του Νικόλα , του Λάμπη ,του Γαληνού , του Θόδωρου .
Και στον λόγο εκείνο, που διασώζει ό,τι δεν έγραψαν τα βιβλία.
«Δεν φύγαμε από ήττα. Μας έδιωξαν γιατί ήμασταν άλλοι. Και γιατί η Ιστορία αγαπά το άδικο».
Εδώ τον έχτισαν τον φούρνο πρώτα απ’ όλα. Πριν το σπίτι, πριν τις μάντρες και τις αυλές. Γιατί χωρίς ψωμί, πατρίδα δεν φυτρώνει. Και η Μελαχρινή η μάνα , έβαλε τα χέρια της βαθιά στο αλεύρι, όπως έβαλε και την ψυχή της βαθιά στη νέα ζωή.
Στη Νέα Δήμητρα δεν είχε σκιές από μουριές, ούτε τον ήχο του Μαρμαρά. Είχε πετροχώραφα και αγκάθια. Μα η Μελαχρινή έπιανε το ζυμάρι σαν να κρατούσε τη μνήμη της Θράκης. Άπλωνε τις φρατζόλες στο πανί και μιλούσε σιγανά στα παιδιά της για το Λαζάρκιοϊ. Όχι σαν παραμύθι, μα σαν πατρίδα ζωντανή. «Εκεί γεννήθηκες, Ζαφειράκη μου . Εκεί σ’ έπλυνα με νερό από τη στέρνα μας». Και ο μικρός την άκουγε σαν να έπινε νερό από το στόμα της.
Όταν ο φούρνος φούσκωνε από τη ζέστη, το χωριό ήξερε πως η Μελαχρινή ζυμώνει την παλιά της πατρίδα στο καινούριο χώμα. Οι μυρωδιές ταξίδευαν ως τα σπίτια κι έλεγαν. Δεν μας νίκησαν. Εδώ είμαστε, κι ας μας άλλαξαν τόπο.
Ο Θεόδωρος ερχόταν σιωπηλός, έπιανε το καρβέλι και το έκοβε στα τέσσερα. Μια μπουκιά για τη γη που άφησαν, μια για τη γη που βρήκαν, μια για τους πεθαμένους και μια για τα παιδιά. Μετά καθόταν στη σκάφη της αυλής, έσβηνε το τσιγάρο του και κοίταζε μακριά. Όχι προς τα βουνά. Προς την Ανατολή.
Ήξερε πως η πατρίδα δεν χάνεται όσο υπάρχει φούρνος, όσο υπάρχει τραπέζι, όσο υπάρχει γυναίκα να θυμάται και να ψήνει το ψωμί του κόσμου.
Γιατί η Ανατολική Θράκη δεν χάθηκε από ήττα. Χάθηκε από συμφωνίες. Από εκείνες τις ήσυχες βεβαιότητες της πολιτικής που δεν μυρίζουν θειάφι, αλλά σκοτώνουν πατρίδες.
Και όσοι ήρθαν, δεν έπαψαν ποτέ να μιλούν γι’ αυτήν. Την κουβαλούσαν στα τραγούδια, στο πένθος, στα φαγητά τους, στις διηγήσεις τους . Γιατί το Όκλαλι ζούσε μέσα τους. Και η Σηλυβρία ,το Λαζάρκιοϊ , το Άκαλαν, ο Σκεπαστός , το Φανάρι , το Ερμενίκιοϊ ,το Αμπαρλί , δεν έσβησαν , μονάχα κοιμούνται στα όνειρά τους.