Μικρές Τελετουργίες της Καθημερινότητας στη Νέα Δήμητρα .Το Φλυτζάνι της Μοίρας 

Μικρές Τελετουργίες της Καθημερινότητας στη Νέα Δήμητρα .Το Φλυτζάνι της Μοίρας 

Στα χωριά μας η καφεμαντεία δεν ήταν ανάγκη, αλλά  παιχνίδι ,παιχνίδι γυναικείο, απογευματινό, μετά τον καφέ, εκεί γύρω στις πέντε, όταν ο ήλιος γέρνει και η κουβέντα γλυκαίνει. Δεν πίστευαν στ’ αλήθεια πως μπορούσε ένα φλυτζάνι να πει τη μοίρα, μα το έκαναν για τη συντροφιά, για το χαμόγελο, για το παραμύθι. Μια ανάσα διαφυγής απ’ τα μικρά και τα ίδια. 

Κορίτσια της Νέας Δήμητρας. Η  Νίκη η Γκαϊτατζή, η αδελφή της η Αννίτσα, η Πασχαλιώ Φωτιάδου και η Δημητρούλα Κεχραδάκη , κορίτσια γελαστά, ζωντανά, με μάτια που άστραφταν σαν άκουγαν για αξιωματικούς και ταξίδια. Μαζεύονταν στο σπίτι της κυρά-Δάφνιως, της μάνας της Νίκης και της Αννίτσας, έπιναν τον καφέ τους σε φλιτζάνια λευκά με χρυσή μπορντούρα, και ύστερα , με ιεροτελεστία σχεδόν, τον γύριζαν ανάποδα στο πιατάκι. 

Η Νίκη η Γκαϊτατζή ήταν η μικρή της κυρά – Δαφνιως ,ντυμένη πάντα με ένα απλό φόρεμα και την καρδιά της ορθάνοιχτη. Ήταν όμορφη , με φρύδια καλοσχηματισμένα και μάτια που καρτερούσαν κάτι μεγάλο. Η αδερφή της, η Αννίτσα, πιο συνεσταλμένη, μιλούσε σιγανά, μα έλαμπε όταν γελούσε. Η καθεμιά είχε τη δική της φωτιά. 

Η Πασχαλιώ Φωτιάδου έφερνε τα γλυκά , συνήθως λουκούμια , από τα χεράκια της μάνας της, της Αναστασίας . Είχε φωνή μελωδική και τραγουδούσε καθώς έπλεκε. 

Η Δημητρούλα Κεχραδάκη, πάλι, ήταν αλλιώτικη ,με μάτια σοφά  και  είχε έναν τρόπο να μιλά που ησύχαζε τις καρδιές. 

Καθόντουσαν λοιπόν όλες μαζί στη μεγάλη αυλή της κυρά-Δαφνιώς. Ήταν μια αυλή ανοιχτή, με πεζούλια ασβεστωμένα και ένα μεγάλο δέντρο στη μέση, ασκαμνιά με  ίσκιο δροσερό.  

Ο καφές άχνιζε σε φλυτζάνια πορσελάνινα , δώρα γάμου κάποτε, τώρα ιερά κειμήλια για τα απογεύματα της φιλίας. Όταν τελείωναν τον καφέ, τον γύριζαν ανάποδα, να στεγνώσει το κατακάθι. Το έκαναν με προσοχή, σχεδόν τελετουργικά. 

Το κατακάθι στέγνωνε, άφηνε σχήματα αφηρημένα και σκοτεινά, σαν σκέψεις μισές, σαν μυστικά. Και τότε, με το φλυτζάνι κρυμμένο κάτω απ’ τη μπλούζα ,για να μην τις δει κανείς, μη και τις περάσουν για ερωτοχτυπημένες, περνούσαν απέναντι, στο σπίτι της κυρά Γιαννούλας του Καραμαλάκη. 

Η κυρά Γιαννούλα είχε το χάρισμα, έλεγαν. Έλεγε πως το φλυτζάνι δεν λέει ψέματα, αρκεί να ξέρεις να το ακούς. Έβλεπε μέσα στο φλυτζάνι πράγματα που άλλοι δεν έβλεπαν.  Έναν άντρα με στολή  αξιωματικό ίσως, έναν κόκορα, που ήταν σημάδι για προξενιό, κάτι γραμμές, δρόμοι ή ταξίδια.  Και κατακάθια πολλά και μπερδεμένα, που σήμαιναν λόγια, κουτσομπολιά, ιστορίες. 

– «Δεν μπορώ τώρα, έχω δουλειές στην κουζίνα», έλεγε καμιά φορά, μα τα κορίτσια επέμεναν. Κι εκείνη υποχωρούσε, έπαιρνε το φλυτζάνι στα χέρια της και κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια, λες και διάβαζε κάτι γραμμένο σε άλλη γλώσσα. Και άρχιζε να πλέκει με τη φαντασία της τα μελλούμενα της κάθε μιας. Και την άκουγαν σιωπηλές, με βλέμμα καρφωμένο στα χείλη της, σαν να μιλούσε η ίδια η μοίρα. 

Και πίστευαν. Για λίγο. Ώσπου να ξαναπιούν καφέ. Γιατί την άλλη μέρα το φλυτζάνι άλλαζε , νέες μορφές, νέες γραμμές, νέα ταξίδια. Και πάλι από την αρχή. Άλλες λέξεις, άλλα σημάδια, άλλα όνειρα. Και δεν τους ένοιαζε η ασυνέπεια.  Το πίστευαν πάλι, γιατί ήθελαν να πιστέψουν. Έπλαθαν ξανά το μέλλον τους με τα υλικά της στιγμής. 

Κι ονειρεύονταν , έναν κόσμο πιο φωτεινό, πιο τρυφερό, πιο μαγικό. Περίμεναν το πριγκηπόπουλο και το πριγκηπόπουλο ήρθε. Ήταν κάποτε ο γιος του γείτονα, άλλοτε κάποιος  που γύρισε από τη Θεσσαλονίκη ή εκείνος ο ντροπαλός νέος με τη γραβάτα. Μα στα μάτια της κάθε μιας, ήταν αληθινό πριγκηπόπουλο. Γιατί το είχε δει η Γιαννούλα στο φλυτζάνι. Και το είχαν ονειρευτεί. 

Γιατί κάθε γυναίκα, μικρή ή μεγάλη, είχε κάποτε ένα φλυτζάνι γεμάτο όνειρα. Και κάθε φλυτζάνι είχε μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο , με αξιωματικούς, κόκορες, δρόμους και προξενιά.  

Κι όσο κι αν αλλάζει η ζωή, πάντα θα υπάρχουν εκείνες οι ώρες που θα θέλεις μια Γιαννούλα να σου πει πως όλα θα πάνε καλά. 

Και πράγματι… πήγαν. Εκείνες έζησαν όπως ήθελαν. Κι εμείς, ζώντας στη σκιά τους, μάθαμε να φτιάχνουμε τα όνειρα μας… έστω και με λίγο κατακάθι καφέ. 

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Εκείνες έζησαν όπως έπλασαν τη μοίρα τους , με χαμόγελο, με πίστη, με λίγο καφέ στο πιατάκι κι ένα μικρό θαύμα κάθε απόγευμα. 

 Και ζήσαμε κι εμείς καλύτερα… 

Το απόγευμα αυτό, καθισμένη απέναντί μου, η Νίκη ,μία από τα τέσσερα κορίτσια εκείνης της παρέας, μου το διηγήθηκε ξανά. Με μάτια που γυάλιζαν και με φωνή που ακόμα κρατούσε τη ζεστασιά του φλυτζανιού. Και για λίγο, ήταν σαν να ήμουν κι εγώ εκεί, στην αυλή με τις ασβεστωμένες πέτρες, να κρατώ κι εγώ το φλυτζάνι μου κρυμμένο, γεμάτο όνειρα. 

Ελένη Τσιφτσόγλου- 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή