Με τη Λάικα στο Κιλκίς 

Με τη Λάικα στο Κιλκίς 

Όταν ήμασταν μικρές, ο πατέρας μας μάς έπαιρνε με τη Λάικα, το αυτοσχέδιο τρακτέρ μας, για μια βόλτα στη μεγάλη πολιτεία, το Κιλκίς. Η μητέρα μας καθόταν μαζί μας πίσω, κι εμείς, τέσσερα κοριτσάκια όλο χάρη και δεν σταματούσαμε να ρωτάμε για καθετί που βλέπαμε στον δρόμο. Ο πατέρας μας μιλούσε δυνατά μισοστρέφοντας το κεφάλι , γιατί ο βρυχηθμός της Λάικας σκέπαζε τη φωνή του. 

Η διαδρομή μας μάγευε .Ξεκινώντας, αφήναμε πίσω μας το χωριό και κατευθυνόμασταν προς το Παλιό Γυναικόκαστρο. Στα δεξιά μας στέκονταν αγέρωχα τα τρία κάστρα, με τις πέτρινες πολεμίστρες τους, σημάδια αλλοτινών μαχών,να ατενίζουν τον χρόνο .»Εδώ ζούσαν παλιοί άνθρωποι και πολεμούσαν» , μας έλεγε ο πατέρας μου ,κι εμείς προσπαθούσαμε να φανταστούμε  στρατιώτες με πανοπλίες να υπερασπίζονται  τις ψηλές επάλξεις. Στο Παλιό ζούσαν Πόντιοι από τον Καύκασο, κι όπως περνούσαμε από τα φιδωτά δρομάκια του, ο πατέρας μας χαιρετούσε τους φίλους του στη γλώσσα τους: 

  • Γειά σου Παύλε, ντο έφτας; — Γεια σου Τσαχούρ! Κάθε  λίγα μέτρα ,ένα όνομα κι ένα παρατσούκλι, κάθε καλημέρα κι ένα χαμόγελο. 

Βγαίνοντας από το Παλιό, ο δρόμος μάς οδηγούσε ανάμεσα σε δύο ρέματα, που με τα γεφυράκια και τη βλάστησή τους έμοιαζαν μικροί επίγειοι παράδεισοι. Η δροσιά του νερού και η πρασινάδα της φύσης μας δρόσιζαν . Ύστερα , φτάναμε στο Δαφνοχώρι, που ο πατέρας μας το έλεγε ακόμα με το παλιό του όνομα, Νταουτλί. Ένα χωριουδάκι μικρό, με μια πλατεία και ένα σχολείο, γεμάτο Θρακιώτες από την Ανατολική Θράκη. 

  • Πάμε να πάρουμε σπόρο για τον καπνό, είπε ο πατέρας. Και σταματήσαμε στους Σκαρλάτους, φίλους του πατέρα μας. 

Βγαίνοντας από το Νταουτλί, συνεχίσαμε προς  το Μεσιανό. 

  • Εδώ έχει Πόντιους, Θρακιώτες και Σαρακατσάνους , πολλές ράτσες έφτιαξαν αυτό το χωριό, μας είπε ο πατέρας μας. Κι εμείς κοιτούσαμε έξω από τη Λάικα ,προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε ποιοι ήταν ποιοι . Στην πλατεία του, τα δύο καφενεία κάτω από τα μεγάλα πεύκα έδιναν τη σκιά τους ,φιλοξενώντας τους άντρες που απολάμβαναν τον καφέ τους  . 

 Το Λεβεντοχώρι ήταν το επόμενο  χωριό. Μικρό ,όμορφο με μια μικρή πλατεία και ένα καφενείο . Ο  πατέρας σταμάτησε εδώ , λέγοντας : « Θα κάνουμε μια στάση ,παιδιά «.  

  • Εδώ ζουν Πόντιοι από τη Χαραμπά της Τσάλκας, Θρακιώτες και λίγοι Σαρακατσάνοι. 

Στην πλατειούλα του, το καφενείο του μπάρμπα Στύλου μάς υποδέχθηκε με χαμόγελα και κουβέντες στα ποντιακά  

Η κυρά Σοφία  φώναξε χαρούμενη « Νέπε Τάσον, ντέμορφα κορτσόπα έχς! « Ο μπάρμπα Στύλος γέλασε . «  Στύλο , τρέξον να ελέπς ! Τη Τσάκωνος η  φαμίλια ! Για τα το τραγωδάς έμορφα ! « 

Το καφενείο γέμισε από γέλια και καλοσύνες,  εμείς ήπιαμε την πορτοκαλάδα μας με χαρά και ξεκινήσαμε ξανά .  

Η Λάικα ανέβαινε πατ-πατ την ανηφόρα, ώσπου φτάσαμε στο Κρηστώνη, το Σαρήγκιολ, όπως έλεγε ο πατέρας. 

  • Μπαμπά, θα μας πας κι εδώ; 
  • Άντε, να σας κάνω το χατίρι. Θα περάσουμε από τον συμπέθερο τον Βλαδίμηρο ,είπε ,κι εμείς χειροκροτήσαμε από χαρά .  

Μπήκαμε στο χωριό και η θεία Ελπίδα μάς υποδέχθηκε με ανοιχτή αγκαλιά, αφήνοντας τον κουβά της στη βρύση. 

  • Βλάντι, τρέξον,έρθαν τα παιδία !  

Ο θείος Βλάντι εμφανίστηκε χαρούμενος. 

  • Να στρώνω τραπέζ, θα εφτάω φούστουρον! 
  • Όχι, συμπεθέρα, πάμε για το Κιλκίς και συνεχίσαμε . 

Μετά από λίγο, βγήκαμε στον δημόσιο δρόμο, όπου ακακίες μας προστάτευαν με τη σκιά τους. Και ξαφνικά, μπροστά μας φάνηκε η πόλη του Κιλκίς. Μας φάνηκε τεράστιο , λαμπερό ,όμορφο . Τα σπίτια του δίπατα με μπαλκόνια . Αρχοντικά  στολισμένα με λουλουδιασμένους μπαχτσέδες, μάς έκαναν να αναφωνήσουμε με θαυμασμό. Οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο ,άντρες με κοστούμια , γυναίκες περιποιημένες ,παιδιά να τρέχουν γελώντας . Ο κόσμος πηγαινοερχόταν στις αγορές, οι καμπάνες της εκκλησίας ηχούσαν, και εμείς, τα τέσσερα κοριτσάκια πάνω στη Λάικα, νιώθαμε πως είχαμε φτάσει στην καρδιά του κόσμου. 

Κατεβήκαμε από τη Λάικα και περπατήσαμε στην αγορά . Μαγαζιά κάθε λογής : παπουτσάδικα με δερμάτινα παπούτσια , υφασματοπωλεία με ρολά πολύχρωμα υφάσματα , μπακάλικα με βαρέλια γεμάτα ελιές και τυριά , αρωματοπωλεία που μοσχοβολούσαν λουλούδια και μπαχαρικά . Ζαχαριπλαστευ με βιτρίνες γεμάτες σιροπιαστά και κρέμες .  

« Εδώ είναι ο κινηματογράφος « , είπε η μαμά , δείχνοντας μια επιγραφή . Ήταν μια μαγική λέξη για εμάς . Σινεμά . Ταινίες . Μας φάνηκε σαν όνειρο . Επιγραφές με ιατρεία , οδοντιατρεία , ραφτάδικα , βιβλιοπωλεία . Η αγορά του Κιλκίς ήταν ένας καινούργιος κόσμος ,γεμάτος φως , φωνές ,αρώματα . Όλα ήταν καινούργια ,άγνωστα και συναρπαστικά .  Το γνωστό μεγάλο κατάστημα της Σωτήρας είχε στις βιτρίνες του  όμορφα φορεματάκια . Τα φορούσαν οι μικρές  κούκλες της ,που εμείς θαυμάζαμε . Μπήκαμε μέσα με τους γονείς μας και διαλέξαμε από ένα φορεματάκι . Η Νούλα ένα  μπλε με πλισέ , εγώ ένα  ναυτικό άσπρο- μπλε με γραβάτα  , η Δαφνούλα ένα τυρκουάζ με λουλουδάκια και το Νοτάκι ένα πορτοκαλί με φιογκάκια . Πόση χαρά νιώθαμε  με τα καινούργια μας φορεματάκια. 

 Μετά την πολύβουη βόλτα μας στην αγορά , ο πατέρας μας οδήγησε σε ένα γαλακτοπωλείο – ζαχαροπλαστείο ,το μαγαζί του Νούρη . Μόλις μπήκαμε , μας τύλιξε η δροσιά και το γλυκό άρωμα της φρεσκοβρασμένου γάλακτος και της βανίλιας . Ο  Νούρης ,ένας καλοσυνάτος άνθρωπος με λευκή πόδια και σκούφο ,  μας υποδέχθηκε χαμογελώντας . Καθίσαμε σε ένα ξύλινο μεγάλο τραπέζι και σε λίγο μπροστά μας ήρθαν μεγάλα γυάλινα μπωλ με δροσερό γιαούρτι ,σκεπασμένο με χρυσαφένιο μέλι και πασπαλισμενο με καρύδια . Μαζί τους πιατέλες με σιροπιαστά ,κανταΐφι , μπακλαβά , ραβανί ,λαμποκοπούσαν. Έξω, η πόλη βούιζε από ζωή , μα μέσα στο γαλακτοπωλείο  του Νούρη ο χρόνος είχε σταματήσει , αφήνοντάς μας να απολαύσουμε τη στιγμή και τις νοστιμιές του .  

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε ,ανεβήκαμε ξανά στη Λάικα. Η πρωινή δροσιά είχε δώσει τη θέση της στη ζέστη του μεσημεριού , μα εμείς ήμασταν γεμάτες εικόνες ,μυρωδιές, 

Χρώματα . Η πολιτεία μας φαινόταν πολύ όμορφη και στο μυαλό μας είχε  χαραχτεί για πάντα σαν ένας κόσμος μαγικός ,γεμάτος υποσχέσεις και θαύματα . 

 Και έμεινε στο μυαλό μας ως ανάμνηση, ένα ταξίδι μικρό, γεμάτο ομορφιά, φωνές, χαμόγελα, κι έναν πατέρα που μας έμαθε να αγαπάμε τα χωριά μας, τους ανθρώπους μας και τις ρίζες μας. 

Ελένη Τσιφτσόγλου 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή