Με Μια Δραχμή τη Μέρα. Η Λιάλιαινα
Η Βασιλική Γκόγκου, η Λιάλαινα, ήταν από τις γυναίκες εκείνες που έμαθαν ν’ αντέχουν. Όταν ο άντρας της αναγκάστηκε να φύγει για το εξωτερικό ,όχι για όνειρα, μα για επιβίωση , έμεινε πίσω με τα χέρια της και τη γη. Δεν είχε πολλά. Μα είχε υπομονή .
Δούλευε στους θερισμούς, στα χωράφια των συγχωριανών. Ήταν γρήγορη. Πολύ γρήγορη. Πιο γρήγορη κι απ’ τον ήλιο που έκαιγε τα στάχυα. Με τα δυο της χέρια γέμιζε τα χερόβολα, τις αγκαλιές με στάχυα, κι έπειτα πάλι απ’ την αρχή. Το μεσημέρι, ιδρωμένη ως το κόκαλο, έπινε μια γουλιά νερό απ’ το κανάτι και συνέχιζε. Η ζωή δεν περίμενε.
Όταν τέλειωναν οι εποχιακές δουλειές, έπαιρνε την τσάπα και πήγαινε στον μπαχτσέ του Παπαδά, όπως κι άλλες γυναίκες του χωριού. Η γη ήταν σκληρή, μα τα χέρια της σκληρότερα. Σκάβανε για μια δραχμή τη μέρα. Μεροκάματο που ίσα που ακουγόταν, μα τότε είχε μεγάλη αξία.
Δούλεψε έτσι έναν ολόκληρο μήνα. Τριάντα μερόνυχτα ιδρώτα και κούρασης για να αγοράσει τριάντα ξύλα , στηρίγματα για το κρεβάτι. Όχι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Να σταθεί το σπίτι της .
Η Λιάλαινα δεν μίλαγε πολύ. Μα το πρόσωπό της, σκαμμένο από τον ήλιο και τη ζωή, έλεγε την ιστορία χιλιάδων γυναικών που κράτησαν χωριά, παιδιά, πατρίδες και αναμνήσεις όρθια.
Με μια δραχμή τη μέρα. Και με μια καρδιά που δεν λύγισε.