Μαζί στον Δρόμο της Προσφυγιάς 

Μαζί στον Δρόμο της Προσφυγιάς 

Τους είπαν να φύγουν. 

Η είδηση έσκασε σαν πέτρα στο νερό, αφήνοντας κύκλους αναστάτωσης που απλώθηκαν σε κάθε αυλή, σε κάθε σοκάκι, σε κάθε καρδιά. Στο Όκλαλι, χωριό απλωμένο  στους  Θρακικούς λόφους, εκεί όπου το βλέμμα έφτανε μέχρι τα βάθη του ορίζοντα, οι άνθρωποι είχαν φτιάξει τη ζωή τους, τις οικογένειες, τα σπιτικά τους, τις μνήμες τους. 

Τα σπίτια ήταν χτισμένα με πηλό και πέτρα, με ξύλινα παραθύρια και χαγιάτια που αγνάντευαν τα χωράφια. Το πρωί τους ξυπνούσε το τραγούδι των πουλιών πάνω στις συκιές ,στις καρυδιές και τις ασκαμνιές και το σούρουπο τους αποχαιρετούσε η μυρωδιά από τα ξύλα που έκαιγαν στα μαγειριά. Ανάμεσα στο Όκλαλι και το διπλανό χωριό, το Λαζάρκιοϊ, απλωνόταν μια ευλογημένη κοιλάδα,  χωράφια με στάρι και βαμβάκι, αμπέλια, κήποι γεμάτοι ζαρζαβατικά και πατημασιές ανθρώπων που ένωναν τις ζωές τους με γάμους, κουμπαριές και κοινές προσευχές. 

Η Χρυσαφένια, κόρη του Χριστόδουλου και της Μαργιορής, παντρεύτηκε τον Στέργιο Δημητριάδη από το Λαζάρκιοϊ , τον Λαζαριώτη, όπως τον έλεγαν. Σπίτι γεμάτο χαμόγελα και νοικοκυροσύνη. Το 1921 γεννήθηκε η Κερανιώ, λες και ήρθε να δέσει το παλιό με το νέο, την ελπίδα με τη ρίζα. 

Η αδελφή του Στέργιου, η Δόμνα, παντρεύτηκε τον Βλαδίμηρο Ζαφειρόπουλο, συγγενή του Δημήτρη Ζαφειρόπουλου που ζούσε στο Όκλαλι με τη γυναίκα του, τη Ζωή. Μαζί τους, ο γιος τους, ο Ευρυσθένης ,ένα αγόρι με βλέμμα σοβαρό, ώριμο πριν την ώρα του. Η Δόμνα και ο Βλαδίμηρος έφεραν στον κόσμο την Ευγενία, που αργότερα παντρεύτηκε τον Διαμαντή Παπαδόπουλο κι απέκτησαν τη Ντόμνα ,κοριτσάκι χαμογελαστό, με μαλλιά σγουρά  και μάτια γεμάτα περιέργεια. 

Και τότε… όλα άλλαξαν. 

Η Ανταλλαγή ήρθε σαν παγωνιά μέσα στον θερισμό. Να φύγουν. Να τα αφήσουν όλα πίσω ,  τα εικονίσματα, τους τάφους, τα σύκα να ωριμάζουν ακόμη στα δέντρα,τα χωράφια να είναι γεμάτα καρπό . Έδεσαν ό,τι μπορούσαν σε μπόγους, πήραν χώμα από τις αυλές τους σε μικρά σακουλάκια, κομμάτια πέτρας από τα σκαλοπάτια τους . 

Μα δεν έφυγαν μόνοι. Ήταν μαζί. Ολόκληρη η συγγένεια, ολόκληρο το χωριό  μια ανθρώπινη αλυσίδα που προσπαθούσε να μην σπάσει. Μαζί στον δρόμο, μαζί στο τρένο, μαζί στο καράβι. 

Τα παιδιά υπέφεραν περισσότερο. Ήταν ο ήλιος δυνατός, η πείνα αμείλικτη, η κούραση ανελέητη. Η μικρή Κερανιώ, μόλις δύο ετών, άφηνε το κεφαλάκι της να γέρνει στον ώμο του Ευρυσθένη. Εκείνος, παιδί δέκα χρονών, την κρατούσε στην αγκαλιά με όλη του τη δύναμη και όλο του τον πόνο. Η Ντόμνα, έξι χρονών, σκόνταφτε στις πέτρες με τα ξεχαρβαλωμένα της παπούτσια. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Έτρεχε με φόβο, αλλά και πείσμα. 

Έτρεξαν. Λαχάνιασαν. Πείνασαν. Έκλαψαν στα κρυφά για να μην τους δουν οι μεγάλοι. Μα όταν έφτασαν στη νέα πατρίδα, βγήκαν από το καράβι μαζί. Σφιχτά δεμένοι. Όπως μπήκαν, έτσι βγήκαν. 

Και τη γη που τους δόθηκε την είπαν Νέα Δήμητρα. 

Δεν είχε συκιές ούτε καρυδιές . Ο κάμπος ήταν διαφορετικός, πιο τραχύς, με γη που δεν είχε ποτιστεί ακόμα με τις προσευχές τους. Μα ο ουρανός ήταν ίδιος κι αυτό τους έφτανε. Άρχισαν απ’ την αρχή. Έστησαν πρόχειρες καλύβες με λινάτσες και ξύλα. Έπειτα έχτισαν σπίτια με πέτρα από το Κάστρο. Φύτεψαν βασιλικούς και στους τοίχους κρέμασαν τις εικόνες που είχαν κουβαλήσει σαν ιερά κειμήλια. 

Το καλοκαίρι, η Νέα Δήμητρα μοσχοβολούσε . Τα παιδιά ξαναγέλασαν. Η Κερανιώ μεγάλωσε και παντρεύτηκε . Η Ντόμνα έμαθε να τραγουδά. Ο Ευρυσθένης έγινε προστάτης όλων, με την καρδιά του ακόμη ζεστή απ’ τα χρόνια της προσφυγιάς. 

Έτσι ρίζωσαν. 

Όχι μόνο στο χώμα, μα και στον χρόνο. 

Και κάθε φορά που ο άνεμος φυσούσε απ’ την Ανατολή, ήξεραν,  κουβαλούσε κάτι δικό τους. Μια φωνή, ένα τραγούδι, μια υπόσχεση πως τίποτα δεν χάθηκε στ’ αλήθεια. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή