Μέρος 1ο. Μνήμες Χαμένες στην Πατρίδα. 

Μέρος 1ο. Μνήμες Χαμένες στην Πατρίδα. 

Η Νέα Δήμητρα , κάποτε υποδέχθηκε ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους πατρίδες, γειτονιές και μνήμες αιώνων. Μιλάμε για εποχές τόσο μακρινές, που οι ημερομηνίες τους μοιάζουν σχεδόν με θρύλο. Το 1847, το 1866, το 1870… Ανθρώπους που ήρθαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, κουβαλώντας μαζί τους το άρωμα της Τσατάλτζας, τον ψίθυρο του Άκαλαν, τον ήχο του Λαζάρκιοΐ ,  την αρμύρα του Αμπαρλί , τον αέρα του Τσεκμετζέ , την καρδιά του Όκλαλι. 

*Η Μαρία Αρβανιτίδου, κόρη του Χριστόδουλου, γεννήθηκε το 1847 στο Άκαλαν της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης και ήρθε στη Νέα Δήμητρα σε ηλικία 77 ετών, με τα μαλλιά της να έχουν πλέον το χρώμα του χειμώνα και την καρδιά της γεμάτη αναμνήσεις μιας πατρίδας που έπαψε να υπάρχει. Φαντάζομαι τα βήματά της μέσα στα χώματα μιας ξένης γης. Ήταν η γιαγιά του Αντώνη Αρβανιτίδη και η μητέρα του Σωτήρη. Έζησε να δει τον κόσμο να αλλάζει γύρω της και πέρασε τα εκατό χρόνια της ζωής της πριν φύγει το 1947, αφήνοντας πίσω της μνήμες αιώνων. 

Θυμάμαι που μου έλεγαν ότι περπατούσε αργά, με το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια της γεμάτα μνήμες μιας πατρίδας που είχε αφήσει πίσω. Ο άντρας της, ο Γιώργος, είχε πεθάνει στην πατρίδα, κι εκείνη ήρθε μόνη με τον γιο της, τον Σωτήρη την γυναίκα του την Ευδοκία και τα  πέντε εγγόνια της . Έζησε πάνω από εκατό χρόνια και όταν πέθανε το 1947, όλοι μιλούσαν για τη δύναμη και την αντοχή της.Η Μαρία Αρβανιτίδου,  καθόταν συνήθως στην αυλή της με ένα καλάθι γεμάτο φασόλια. Τα χέρια της, γεμάτα ρυτίδες, κινούνταν με ακρίβεια, σα να έπλεκε μαζί και τις ιστορίες της πατρίδας που είχε αφήσει πίσω. Κάθε φορά που φώναζε τον γιο της τον  Σωτήρη για να φάει, η φωνή της ήταν γεμάτη αγάπη.  

*Ο Αβτζόγλου Θεόδωρος, γιος του Γιώργου και της Χρυσής, γεννήθηκε το 1866 στο Λαζάρκιοΐ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης . Ήταν θετός πατέρας του Διαμαντή Σαρβανιτίδη και μαζί με τη Βεργίνα,  την σύζυγό του και κόρη του Κυριαζή Μαλλιαρού και της Βασιλικής, που γεννήθηκε το 1873, βίωσαν την αναγκαστική αναχώρηση και τη νέα εγκατάσταση στη Νέα Δήμητρα .  Το 1946 έφυγε από τη ζωή ο Θόδωρος και το 1961 η Βεργίνα ,  αφήνοντας πίσω τους τις ιστορίες και τη ζωντάνια μιας άλλης εποχής. 

Και οι δυο τους έζησαν στη Νέα Δήμητρα, βλέποντας τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, αλλά πάντα με την καρδιά τους μισή στην πατρίδα που άφησαν πίσω. 

*Στο Όκλαλι της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, το 1870 γεννήθηκε ο Νικολής Βασιλόπουλος, ο γιος του Βασίλη και της Βενετίας. Η ζωή του κύλησε ανάμεσα σε δύο κόσμους, την παλιά πατρίδα και τη νέα, και πέθανε στη Νέα Δήμητρα το 1944. Η Θεανώ, η  γυναίκα του, έζησε πολύ περισσότερο, φτάνοντας μέχρι το 1972.  

 Θυμάμαι που μου έλεγαν ότι ήταν άνθρωπος αυστηρός αλλά δίκαιος, με μάτια που είχαν δει τον πόνο της προσφυγιάς. Η γυναίκα του, η Θεανώ, έλεγε ιστορίες για το παλιό χωριό, για τα περάσματα και τα ξενιτεμένα χρόνια. Ο Νικολής περνούσε τις μέρες του στο μικρό  σπιτάκι του Εποικισμού δίπλα στα ζώα. Κάθε φορά που φρόντιζε τα ζώα του  σιγοτραγουδούσε τους ήχους του τόπου του, που του θύμιζαν τα παλιά λιβάδια και τα πλατάνια της παιδικής του ηλικίας. Η γυναίκα του, η Θεανώ, καθόταν στον φούρνο και ζύμωνε ψωμί, θυμίζοντας πάντα στα παιδιά τους την αξία της υπομονής και της σκληρής δουλειάς. 

*Ο Χρήστος Ζαρζουλάς, γιος του Ευστρατίου και της Ευμορφίας, πέθανε νωρίς στην Τσεντώ κοντά στην Κωνσταντινούπολη, το  1922. Η γυναίκα του, η  Ευρωπία, κόρη του Αθανάσιου Μοσχίδη και της Ευδοξίας, γεννήθηκε το 1877 και έζησε να δει την νέα πατρίδα να τους υποδέχεται, μέχρι τον θάνατό της το 1943. Ήρθε στη Νέα Δήμητρα, για να συνεχίσει τη ζωή τους με τα παιδιά τους . Θυμάμαι που μου είπαν ότι έπλεκε ασταμάτητα, σαν να ήθελε να πλέξει μαζί και τις μνήμες της πατρίδας της. Η Ευρωπία, έπλεκε ρούχα και κουβέρτες και οι γειτόνοι πάντα σταματούσαν να την κοιτάξουν, θαυμάζοντας την υπομονή της και τη σιωπηλή της δύναμη. 

*Ο Γεώργιος Δημητριάδης, γεννημένος το 1873 στο Λαζάρκιοΐ της Ανατολικής Θράκης , ήρθε με τα παιδιά του στη Νέα Δήμητρα και έφυγε το 1958. Η Ζωή, η  γυναίκα του, πέθανε νέα στην πατρίδα το 1915, αφήνοντας τη μνήμη της ζωντανή στους απογόνους και  η απουσία της ήταν  σαν κενό σε κάθε γιορτή, σε κάθε σπίτι που χτίστηκε εδώ.Ο Γεώργιος Δημητριάδης  καθόταν στα σκαλιά του σπιτιού του και έλεγε στα παιδιά του ιστορίες από το Λαζάρκιοΐ, για τα δέντρα που δεν υπήρχαν πια, για τα νερά που κυλούσαν ασταμάτητα και για τους ανθρώπους που χάθηκαν στο δρόμο για τη νέα ζωή. Κάθε λέξη του ήταν σαν μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον παλιό και τον νέο, που οι ίδιοι πάλευαν να ενώσουν. 

Μιλάμε για ανθρώπους που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα, που είδαν τον κόσμο με μάτια γεμάτα αγωνία, ελπίδα και πίκρα. 

Υπήρχαν κι άλλοι, με τα δικά τους βαριά μυστικά και τις δικές τους ιστορίες.  

Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνες τις στιγμές, καταλαβαίνουμε πόσο μακριά είναι η εποχή τους από τη δική μας. Κάθε καθημερινή τους πράξη , ένα καλάθι φασολιών, ένα ζύμωμα ψωμιού, ένα πρόβατο που οδηγούσαν στο λιβάδι , κουβαλάει μαζί της τον χρόνο, τη μνήμη και την ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς. Και έτσι, ακόμη και σήμερα, όταν περπατάμε στους δρόμους της Νέας Δήμητρας, νιώθουμε τις ψυχές τους να κινούνται ανάμεσά μας, σιγοψιθυρίζοντας ιστορίες από έναν κόσμο τόσο μακρινό αλλά τόσο ζωντανό. 

Συνεχίζεται … 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή