Λικέρ από Ήλιο και Ανάμνηση  

Λικέρ από Ήλιο και Ανάμνηση  

Ήταν τα καλοκαίρια της Νέας Δήμητρας τότε που ο ήλιος ψηνόταν πάνω στις κεραμοσκεπές  των προσφυγικών σπιτιών. Όλες οι νοικοκυρές είχαν το δικό τους μυστικό, μα ένα πράγμα έμενε κοινό,  το λικέρ από βύσσινο, το σπιτικό, το ευωδιαστό, το λικέρ της χαράς. 

Έπαιρναν το βύσσινο το ώριμο, το γεμάτο από τη ζέστη του Ιουλίου και το έβαζαν  απαλά μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με ζάχαρη και νερό. Ύστερα, τα άφηναν εκεί, στο περβάζι της βεράντας, στον ήλιο, να ωριμάσει το φρούτο, να γίνει από τον χρόνο και το φως λικέρ. Οταν γινόταν η ωρίμανση έβαζαν κονιάκ ή  βερμούτ. Κι όταν ήταν έτοιμο, το κερνούσαν στις γιορτινές μέρες, στις επισκέψεις, στα “καλώς ήρθες” και στα “να μας ξανάρθεις”. 

«Γεια στα χέρια σου!» έλεγαν οι επισκέπτες κι η γυναίκα έλαμπε, όχι μόνο από περηφάνια.  

Για εμάς, τα παιδιά, το λικέρ ήταν άλλο πράγμα ,ήταν φάρμακο! Αν πονούσε η κοιλιά μας , ένα δαχτυλάκι λικέρ στο ποτήρι κι ησυχία. Ο πόνος μαλάκωνε, η κοιλιά ζεσταινόταν κι η μάνα ή η γιαγιά έλεγε: «Θα σου περάσει, πίνε σιγά”. 

Και δεν ήταν μόνο τα βύσσινα. Στις ίδιες βεράντες υπήρχαν και τα τριαντάφυλλα. Εκείνες οι ροζ, οι εκατόφυλλες, οι αναρριχώμενες, που αγκάλιαζαν τα κάγκελα . Μαζεύανε τα πέταλα προσεκτικά  και τα έβαζαν σε γυάλινα βάζα με ζάχαρη. Το άρωμα πλημμύριζε το σπίτι και, σιγά σιγά, γινόταν κι αυτό λικέρ. Από αγάπη και ροδοπέταλο. 

Θυμάμαι, όταν περνούσα από το μικρό σπίτι της γιαγιάς Αντιόπης Γρηγοριάδου, πάντα κοίταζα προς τη βεράντα της. Στο πέτρινο περβάζι, στη σειρά, τα μπουκάλια στεκόντουσαν σιωπηλά και διάφανα, γεμάτα υποσχέσεις. Σαν να περίμεναν το φως να τελειώσει το θαύμα. Κάθε ένα, μια μικρή ιστορία σε αναμονή. Ήταν το πρώτο μου μάθημα υπομονής. 

Έπιανε το κάθε βύσσινο και το έκανε ποίημα, κάθε ρόδο  το μετέτρεπε σε δάκρυ που γλυκαίνει. Το σπίτι της ήταν  σχολείο, για όποιον ήξερε να προσέχει. 

Και μετά, ερχόταν η μέρα της γιορτής. 

Ήταν του Αγίου Νικολάου ,το όνομα του παππού και είχε μαζευτεί κόσμος στο σπίτι .  Στη σάλα  οι καρέκλες είχαν στηθεί σε κύκλο .  

Οι γυναίκες κάθονταν με τα φουστάνια τους τα καθαρά και οι άντρες μιλούσαν για χρόνια παλιά, τότε που κουβαλούσαν πέτρα και μνήμη από το Όκλαλι. 

Η γιαγιά Αντιόπη, αρχόντισσα , έβγαλε το λικέρ. Ένα μπουκάλι παλιό, γυαλί ηλιοψημένο, γεμάτο βαθύ κόκκινο. Το άνοιξε με προσοχή, σαν να άνοιγε κουτί μυστικό κι ο αέρας γέμισε άρωμα βύσσινου και παλιών καλοκαιριών. Το μοίρασε σε μικρά, χαμηλά ποτηράκια με σχέδια γύρω γύρω και χρυσές πινελιές .  Η κόρη της η Αργυρώ κρατούσε την πορσελάνινη  σοκολατιέρα και  οι επισκέπτες έπαιρναν την μαργαρίτα. 

Εκεί ήταν  ο αδελφός του Νικόλα, ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης  με την Φωτίκα , η Καλλιόπη η Γρηγοριάδου η νύφη του ,η γυναίκα του αδελφού του του Αντώνη . Ο Γιάγκογλου ο Κωνσταντής με την αδελφή της Αντιόπης την Μαρία με την κόρη τους τη Χρυσουλίτσα . Ήταν και ο γιος του Κωνσταντή ,ο μικρός Βασίλης . Ήταν και οι γειτόνοι, η Μάλαμα του Κεχαγιά  ,η Αθηνά Εμμανουηλίδου του Γιώργη , ο Παπαδάς ο Απόστολος. Και άλλοι συγγενείς τους οι Ασημακίδηδες, από τις Καστανιές του Κιλκίς.  

«Πιείτε και θυμηθείτε», είπε. Κι όλοι ήπιαν. 

«Γεια στα χέρια σου, Αντιόπη!» φώναξε πρώτος ο Παπαδάς  από τη γωνία, κι όλοι συμφώνησαν με νεύματα και σιγανά “μμ”.Η γιαγιά Αντιόπη δεν μιλούσε πολύ. Μόνο χαμογελούσε και έβαζε στα ποτήρια δεύτερο γύρο. Μια φορά μου είπε: 

«Το λικέρ, παιδάκι μου, θέλει υπομονή. Να το λιάσεις, να το κοιτάς κάθε μέρα, μα να μην το βιάζεσαι”. 

Οι μεγάλοι γελούσαν, έλεγαν ιστορίες απ’ το Όκλαλι, από τις Καστανιές απ’ την Τσατάλτζα, απ’ τον πόλεμο κι από τότε που οι γυναίκες ζύμωναν το ψωμί με δάκρυ. 

Το λικέρ, απαλό και δυνατό μαζί, έκανε το τραπέζι να γεμίσει μνήμες. Και κάθε γουλιά ήταν σαν να ξυπνούσε κάτι που δεν είχε χαθεί ποτέ. 

Ήταν εποχές που οι βεράντες είχαν χρώμα και σκοπό. Πάντα θα έβλεπες ένα μπουκάλι με βύσσινο ή με τριαντάφυλλο, να λιάζεται, να ζυμώνεται, να γίνεται γλυκό ποτό της μνήμης. Ήταν η τέχνη της καθημερινότητας, που κρατούσε το σπίτι δεμένο με τον καιρό, με τη γη και τους ανθρώπους. 

Κι αν περνούσες τότε απ’ τη Νέα Δήμητρα, θα έλεγες πως μύριζε ο τόπος όχι μόνο βύσσινο και ρόδο, αλλά και κάτι άλλο, πιο δυνατό , μύριζε ζωή που ήξερε να συντηρείται με ζάχαρη, υπομονή και λίγο αλκοόλ. Ζωή που δεν ξέχναγε να κερνά, ούτε να γιατρεύει. 

Κι έτσι, από εκείνη τη βεράντα, με τα μπουκάλια στον ήλιο, η γιαγιά Αντιόπη μας έμαθε πώς φτιάχνεται η γλύκα με τον χρόνο και η γιορτή με την παρουσία. Μας έμαθε πως ακόμα κι αν ξεριζώθηκαν οι παππούδες μας από την Ανατολή, η ρίζα βγάζει άνθος όταν υπάρχει μνήμη. 

Και το λικέρ ,εκείνο το δαχτυλάκι του ήλιου μέσα στο ποτήρι , ήταν πάντα παρών. Σαν ευλογία. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή