Καντάδες στην Νέα Δήμητρα 

Καντάδες στην Νέα Δήμητρα 

Η νύχτα στη Νέα Δήμητρα είχε τη δική της μουσική . Δεν ήταν μόνο οι ήχοι από τα τριζόνια ,το απαλό θρόισμα των δέντρων ,το μακρινό γάβγισμα ενός σκύλου . Ήταν οι ψίθυροι των νεαρών, που σύχναζαν στις γωνιές των δρόμων ,σχεδιάζοντας τη νυχτερινή τους αποστολή . 

Κάθε τόσο ,η σιγαλιά έσπαγε από μια μελωδία.  Κιθάρες , μπουζούκια , αλλά και φωνές νεανικές ,γεμάτες λαχτάρα.  Τα σπίτια της γειτονιάς χαμήλωναν τα φώτα ,να πίσω από τα παραθυρόφυλλα ,μάτια λαμπερά άκουγαν τα λόγια της αγάπης.  

Οι καντάδες ήταν ένα ρομαντικό και νοσταλγικό κομμάτι της παράδοσης της Νέας Δήμητρας. 

 Πολλοί μάς περιγράφουν  πώς  εκφραζόταν  ο έρωτας από τους νέους τής εποχής εκείνης και την  προσπάθεια που έκαναν για να γοητεύσουν την καλή του .Τα παλικάρια του χωριού έπαιρναν  τον  φίλο  του μουσικό  αγκαζέ  με ή χωρίς όργανο  και πήγαινε κάτω από τα  παράθυρα του σπιτιού της καλής του .  

 Η καντάδα ήταν από  ένας από τους πιο γλυκούς τρόπους να εκδηλωθεί ο έρωτας . 

Πολλοί χωριανοί μας Νεοδημητριώτες έζησαν αυτές τις στιγμές. 

Ο Τάσος το Τσακάκκ , ο Γιώργος του Μαρθάκκ και ο Κώστας του Λεωνιδάκκ  θα είχαν πολλά να μας  περιγράψουν.Πολλά  και ευτράπελα , σοβαρά και αστεία .  

Με αυτόν τον τρόπο ο νεαρός  έδειχνε την προτίμησή του  και την αγάπη του και ανέβαινε στα μάτια τής καλής του . Όχι όμως και στου πατέρα της που πολλές φορές τον έπαιρνε με τις πέτρες και όπου φύγει-φύγει . 

Ίσως να έζησαν και στιγμές μπουγελώματος , όπως ο  Ζήκος στον κινηματογράφο . 

 Γνωρίζω ιστορία που στο παράθυρο βγήκε η μαμά της κοπέλας με τα μαλλιά λυτά  και  « ο λεγάμενος « πίστευε ότι ήταν η καλή του και όταν  αποκαλύφθηκε έφυγε τρέχοντας . Έτσι οι ιστορίες που συνοδεύουν τις καντάδες χαρίζουν γέλιο και τρυφερότητα .  

Πολλές φορές  τύχαινε να  συναντηθούν  οι κομπανίες στον δρόμο και να αλλάξουν προορισμό,  μόλις έβλεπαν ότι πήγαιναν στο ίδιο σπίτι . 

Κι εγώ ήμουν μάρτυρας μιας νυχτερινής καντάδας  στην παιδική μου ηλικία .Προς θεού δεν απευθυνόταν σε μένα . 

Πολλές φορές έμενα  στο σπίτι της γιαγιάς μου όταν οι θείες μου ήταν κοπελίτσες ελεύθερες .Ήταν η θεία μου η Καλλιοπή , η  Αννίτσα και η Νίκη . Εγώ έπεφτα νωρίς να κοιμηθώ  γιατί πήγαινα σχολείο και μέσα στο βαθύ μου ύπνο,  άκουσα τα  άσματα . 

 Άκουσα την γιαγιά μου να λέει πως είναι ο  Γιώργης του Μαρθάκκ  με την κιθάρα του και δίπλα ήταν δύο  νεαροί  και δεν λέμε ονόματα . 

«Τα ματόκλαδά σου λάμπουν  

 Σαν τα λούλουδα του κάμπου «   

 Και συνέχιζαν με το    

« Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι , 

Το σκοτάδι είναι βαθύ  

Κι όμως ένα παλικάρι , 

Δεν μπορεί να κοιμηθεί «. 

Και η υπόσχεση  

«Το νυφικό σου φόρεμα  

 Θα το κεντήσω μ’ άστρα , 

Θα σ’ έχω σαν βασίλισσα  

 Σ’ ανάκτορα γαλάζια , 

 Να σού φιλούν τα πόδια σου  

Της θάλασσας τ’ ατλάζια»  !  

(ατλάζι : πολυτελές ύφασμα) . 

Αυτό το τραγούδι είναι  ένας ύμνος προς την αγαπημένη .Και υποσχόταν ο νεαρός προς την νεαρά ότι θα την έχει βασίλισσα με εικόνες αριστοκρατικής φροντίδας. 

Πήγα κοντά στην γιαγιά μου και τις θείες μου  και έβλεπα πίσω από τις κουρτίνες .Η κομπανία ήταν σταματημένη κάτω από την κολώνα του ηλεκτρισμού στην γωνία του σιδεράδικου του θείου μας Βασίλη του Τσαλικίδη .Τραγούδησαν τα ωραία τραγούδια τους και έφυγαν .  

Την άλλη μερα το διηγήθηκα  στην μαμά μου και μου είπε πως και ο μπαμπάς μου  πήγαινε για καντάδα στο σπίτι της .Ο μπαμπάς μου είχε το προνόμιο να είναι ο ίδιος  οργανοπαίκτης  και τραγουδιστής και αφού έπαιρνε μαζί του έναν φίλο του,  πήγαινε  κάτω από τα παραθυρόφυλλα της γιαγιάς μου Δαφνιώς  και τραγουδούσε τα καλύτερα με την ωραία του φωνή και το μεγάλο ρεπερτόριο.Οι φίλοι που τον συνόδευαν  ήταν ο Γιώργος Τσαλικίδης  του Λεωνιδάκκ και ο Στέργιος ο Φωτιάδης του Φωτάκκ. Αφού πήγαιναν βράδυ στο σπίτι του Γκάιτατζη, περνούσαν από το σπίτι της γιαγιάς  Αθανασίας για να τραγουδήσουν την κόρη της  Κωνσταντινιά που την αγαπούσε ο Γιώργης και μετά κατηφόριζαν  στο σπίτι της Γιαννούλας Τριανταφυλλίδη για να συνεχίσουν τα άσματα  στα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της  κόρης της  Τασούλας , που ήταν σφόδρα ερωτευμένος ο Στέργιος . 

«Και να ‘χα δύο καρδιές , 

Εσένα δύο φορές  

Και πάλι θα αγαπούσα ,  

Γλυκιά μου και μην κλαίς «.  

  Και πόση ταλαιπωρία  με το  παρακάτω τραγούδι . 

 «Ανεβαίνω σκαλοπάτια , 

 Ανεβαίνω ανηφοριές . 

Για να δω τα δύο της μάτια , 

Που μ’ ανάψανε φωτιές «.  

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος επικοινωνίας και ήταν πολύ προσεκτικοί  για να μην μαθευτεί το κρυφό μυστικό τους . 

Επίσης μου είπε πως επικοινωνούσαν με τα ραβασάκια , που ήταν μικρές ερωτικές  επιστολές  και ότι  η ίδια έλαβε  από άλλους νεαρούς  τέτοια ραβασάκια .Ο ταχυδρόμος ήταν  μια φίλη ή η  ξαδέλφη που μετέφερε τα γράμματα αυτά .  

Και περιείχαν και στιχάκια από το  ημερολόγιο . 

«Και να μπορούσα  μάτια μου  

Χίλιες φορές να ζούσα 

 Χίλιες φορές πιο δυνατά  

Εσένα θ’ αγαπούσα ! «  

 Πέρασαν  τα χρόνια ,αλήθεια !  

Ταξιδέψαμε πίσω  στο  ρομαντικό παρελθόν  που τα  αγόρια έκαμναν καντάδες στα κορίτσια .Έτσι οι νεαροί τότε  Νεοδημητριώτες μέσα από την μουσική , τις καντάδες και τα ραβασάκια εξέφρασαν τα συναισθήματά τους σε στιγμές γεμάτες τρυφερότητα. Τα αγόρια  αυτά ήταν οι μπαμπάδες μας και τα κορίτσια ήταν οι μαμάδες μας και αυτό το παρελθόν  ήταν πλημμυρισμένο από μουσική γεμάτη ευαισθησία . 

Τι κρίμα που δεν ζήσαμε αυτήν την εποχή  με την αθωότητά της και τον ρομαντισμό της . 

Πόσες φορές φέρνω στο μυαλό μου  εκείνη την μαγική βραδιά που έζησα .  Ιστορία γεμάτη τρυφερότητα που οι παλαιοί φέρνουν στο μυαλό με συγκίνηση . 

Πόσο θα ήθελα να ζήσω αυτήν την χαρά που σου δίνει η καντάδα της νύχτας. 

«Νάταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμμία!’’ 

Ελένη Τσιφτσόγλου 

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή