Κάθε Ραφή και μια Ιστορία.
Στα παλιά χρόνια , ιδιαίτερα στις αγροτικές και προσφυγικές κοινωνίες όπως η Νέα Δήμητρα , η ραπτική και η κοπτική διδάσκονταν με παραδοσιακό, πρακτικό τρόπο, κυρίως από γυναίκες σε γυναίκες, συχνά μέσα στο σπίτι ή σε μικρές ομάδες. Δεν υπήρχαν σχολές όπως σήμερα.
Κορίτσια ,συνήθως από την εφηβεία, πήγαιναν σε κάποια γνωστή μοδίστρα του χωριού για να μάθουν. Εκεί παρακολουθούσαν, βοηθούσαν, έκαναν δοκιμές και σταδιακά μάθαιναν να κόβουν και να ράβουν.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, γυναίκες με δεξιότητες στη ραπτική, όπως η Αλεξάνδρα η Καλλιόγλου , η Δόμνα του Παπαδά , η Φρόσω Ευθυμιάδου, η Νίτσα η Αργυροπούλου και η αδελφή της η Βασιλική Στόικου στη Νέα Δήμητρα, δίδασκαν κοπτική-ραπτική στο σπίτι τους. Οι μαθήτριες έφερναν το ύφασμα και μάθαιναν βήμα-βήμα πώς να το κόψουν και να το ράψουν, ξεκινώντας από απλά κομμάτια, όπως φουστάνια, πουκάμισα.
Σε πολλές οικογένειες, η ραπτική ήταν οικιακή τέχνη που περνούσε από γενιά σε γενιά. Η μητέρα μάθαινε στην κόρη πώς να φτιάχνει ρούχα για όλη την οικογένεια , συχνά χωρίς ραπτομηχανή, μόνο με βελόνα και κλωστή.
Ωραία. Ας φανταστούμε ένα μάθημα κοπτικής-ραπτικής στη Νέα Δήμητρα τη δεκαετία του ’50, στο σπίτι μιας δασκάλας όπως η Αλεξάνδρα Καλλιόγλου
Είναι απόγευμα, μετά τις δουλειές του σπιτιού. Στο καθαρό, τακτοποιημένο δωμάτιο της Αλεξάνδρας ,που λειτουργεί ως αυτοσχέδιο εργαστήριο , μαζεύονται 3-4 κορίτσια του χωριού . Μυρωδιά από σαπουνάκι ,ραφτικά , ψαλίδια, μέτρα και κουβαρίστρες παντού. Η ραπτομηχανή Singer με το ποδοκίνητο πετάλι δεσπόζει στη γωνιά ,σαν βασίλισσα του χώρου .
Η Αλεξάνδρα, δείχνει πώς παίρνουμε τα βασικά μέτρα όπως στήθος, μέση, γοφούς, ύψος φούστας. Το γράφουν σ’ ένα τετράδιο.
Χρησιμοποιούν χαρτί του μέτρου ή χαρτί εφημερίδας για να σχεδιάσουν απλά πατρόν. Η δασκάλα εξηγεί τα πάντα .
Με καρφίτσες και λίγη κιμωλία, το πατρόν τοποθετείται πάνω στο ύφασμα .
Η Αλεξάνδρα επιβλέπει και κανείς δεν κόβει πριν εγκρίνει. Χρησιμοποιούν μεγάλο ψαλίδι με βάρος.
Οι πρώτες βελονιές γίνονται στο χέρι. Η πιο προχωρημένη θα δοκιμάσει και τη ραπτομηχανή. Η δασκάλα διορθώνει, δείχνει πώς γίνεται το στρίφωμα, η μανσέτα, η κουμπότρυπα.
Το μάθημα της κοπτικής – ραπτικής είναι τελετουργία γυναικείας δημιουργίας και κοινωνικότητας. Γελάνε, κουβεντιάζουν, λένε νέα του χωριού. Κάποιες θα ράψουν το πρώτο φουστάνι τους για το πανηγύρι του Σταυρού.
Ας ζήσουμε κι ένα μάθημα κοπτικής – ραπτικής !
Στη μέση του δωματίου ,πάνω στο τραπέζι ,ήταν απλωμένα πατρόν πάνω σε χαρτιά που έμοιαζαν με κομμάτια από παλιές εφημερίδες. Γύρω τους καρφίτσες, ψαλίδια και πολύχρωμες κλωστές που ξετυλίγονταν . Στη γωνιά στεκόταν αγέρωχη η Singer, με το σιδερένιο πετάλι της .
Η Φωτούλα του Γκάιτατζη ,νέα κοπέλα γεμάτη λαχτάρα, κρατούσε σφιχτά το ψαλίδι. Το ύφασμα της μάνας της ,ένα λαδί με μικρά λουλουδάκια, φυλαγμένο από τις προίκες της Πόλης, ήταν έτοιμο για κοπή. Η Αλεξάνδρα έσκυβε από πάνω της με σοβαρότητα.
«Όχι έτσι, παιδί μου. Κοίτα… το χέρι σου να ‘ναι σταθερό “, της είπε .
Οι άλλες κοπέλες παρακολουθούσαν σιωπηλές. Η Βιβίτσα της Αθανασίας σημείωνε με το μολύβι της στο τετράδιο , “στήθος 88, μέση 72, γοφοί 94” — ενώ η αδελφή της η Κωνσταντινιά έραβε στο χέρι μια μανσέτα, προσέχοντας να μη στραβώσει η βελονιά. Στην κουζίνας γιαγιά η Χρυσή ετοίμαζε τους καφέδες για το διάλειμμα.
“Αυτό το φουστάνι θα το φορέσεις στο πανηγύρι, Φωτούλα ; » ρώτησε η Μεγαλένια , που ερχόταν από το διπλανό χωριό Κάτω Απόστολοι .
Η Φωτούλα δεν απάντησε. Έγειρε πάνω απ’ το ύφασμα και έκοψε, ακριβώς πάνω στην κιμωλιασμένη γραμμή. Την ένοιαζε μόνο να της βγει ίσιο το στρίφωμα. Ήξερε πως στο πανηγύρι της Νέας Δήμητρας ,ο νεαρός Τάσος το Τσακάκκ , που της έκλεψε την καρδιά , θα την καμάρωνε.
Στο σπίτι της Αλεξάνδρας , ανάμεσα σε βελονιές και χιλιομετρημένες ραφές, δεν μάθαιναν μονάχα ραπτική. Μάθαιναν να δημιουργούν, να ελπίζουν, να περιμένουν.
Ας πάμε και στο πανηγύρι της Νέας Δήμητρας με το καινούργιο φουστάνι.
Ο ήλιος είχε μόλις χαθεί και το προαύλιο της εκκλησίας είχε γεμίσει κόσμο. Παιδιά έτρεχαν ανάμεσα σε πάγκους με τζιτζιά και σε κούνιες και οι γυναίκες χαιρετούσαν άλλες χωριανές. Οι άντρες στέκονταν ολόγυρα από το τραπέζι με τις μπύρες και τις ρετσίνες.
Η Φωτούλα στεκόταν λίγο πιο πίσω, δίπλα στη μάνα της, με τα χέρια σταυρωμένα. Το φουστάνι της, κομμένο και ραμμένο από τα ίδια της τα χέρια ,με τη βοήθεια της Αλεξάνδρας φυσικά, της έδινε μια περηφάνια που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά. Είχε ραμμένη με προσοχή τη μέση, δυο διακριτικές σούρες στο στήθος και ένα στρίφωμα που έπεφτε ίσα με το καλάμι.
Ο Τάσος ήταν απέναντι, μιλούσε με κάποιους φίλους του . Ήταν ντυμένος κι αυτός με το καλό του παντελόνι. Μα τα μάτια του δεν έφευγαν απ’ την Φωτούλα . Την είδε, την ξανακοίταξε και μετά έκανε το βήμα.
“Καλησπέρα σου, Φωτούλα “, της είπε με φωνή λίγο σφιγμένη. “Πολύ σου πάει το φουστάνι αυτό. Το ’ραψες μόνη σου;
Η Φωτούλα χαμογέλασε ντροπαλά.
“Με τη βοήθεια της Αλεξάνδρας … λίγο λίγο το ’φτιαξα. Δεν είναι τέλειο, αλλά…”
“Είναι ό,τι πρέπει. Για χορό νομίζω ” , είπε εκείνος και της έδωσε το χέρι.
Τα όργανα που τα έλεγαν παιχνίδια , είχαν ήδη αρχίσει έναν αργό συρτό. Τα χέρια ενώθηκαν, τα βήματα βρήκαν ρυθμό και μέσα στη σκόνη που ανέβαινε απ’ τα πατήματα της πλατείας, η Φωτούλα, ένιωσε για πρώτη φορά πως ο κόπος της είχε αξία. Όχι μονάχα για το φουστάνι, αλλά για εκείνη την ίδια, που είχε μάθει να φτιάχνει με τα χέρια της .
Στο βάθος, η Αλεξάνδρα παρακολουθούσε με ένα μικρό, ήσυχο χαμόγελο. Ήξερε πως εκείνο το απόγευμα, δεν είχε ράψει μονάχα ένα φουστάνι. Είχε ράψει μια μνήμη.