Θέρος  και Αλωνισμός στην Νέα Δήμητρα  . 

Θέρος  και Αλωνισμός στην Νέα Δήμητρα  . 

Τον παλιό καιρό , τότε  που οι γονείς μας ήταν παιδιά , οι δικοί τους  γονείς έδιναν καθημερινό αγώνα  για να τους θρέψουν . 

 Το  ψωμί που έφτανε στο τραπέζι τους  ήταν καρπός μόχθου και ιδρώτα ,ένα πολύτιμο αγαθό που δεν έπρεπε να πάει χαμένο.  

«Μην πετάς το ψωμί ,είναι αμαρτία» , μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας , κι είχαν δίκιο . Το ψωμί  ήταν ιερό , γιατί η διαδρομή του ,από το σπαρμένο χωράφι μέχρι το αχνιστό καρβέλι ,ήταν γεμάτη κόπο .  Χρειάζονταν ώρες μέσα στο λιοπύρι για να μαζευτεί ο πρώτος καρπός που ήταν το στάρι, το γέννημα …τα  « γεννήματα «, που γέμιζαν τα αμπάρια .Όπως σημαντικό ήταν το προϊόν της γέννας  που φέρνει ζωή , έτσι σημαντικό ήταν και το προϊόν της γέννας του σταριού. 

 Μόλις  τα χωράφια έπαιρναν το χρυσοκίτρινο χρώμα, που έμοιαζε με χρυσάφι απλωμένο στον κάμπο  ,ξεκινούσε ο θερισμός .Ήταν η  περίοδος του καλοκαιριού, που άρχιζε η επίπονη εργασία . 

«Θέρος ,τρύγος ,πόλεμος «,   έλεγαν , για να δείξουν πως ήταν μια μάχη με τον χρόνο,τον καιρό και την αντοχή του ανθρώπου. 

Πρώτα  ωρίμαζε  το κριθάρι και μετά το στάρι. Από τα ξημερώματα οι θεριστάδες  ξεκινούσαν για τα χωράφια και επέστρεφαν αργά το βράδυ , μουσκεμένο στον ιδρώτα, με τα χέρια γεμάτα χαρακιές από τα στάχυα . 

Τα κάρα έπαιρναν τον δρόμο έξω από το χωριό.  Οι άνδρες με τα ψάθινα καπέλα και το μαντήλι από κάτω , δεμένο στο σβέρκο , για να μαζεύει τον ιδρώτα. Οι γυναίκες με ολόλευκες μαντίλες στο κεφάλι και κατεβασμένες, σαν καπέλο, μέχρι τα μάτια  . 

Κύριο εργαλείο ήταν το δρεπάνι .Έκοβαν τα στάχυα και τα  συγκέντρωναν   σε μικρά δεμάτια  μετά  σε μεγάλα και μετά στις θημωνιές . 

Και μέσα στον κάματο ,η ψυχή τους έβρισκε παρηγοριά στο τραγούδι :  

«Γεννήκαν τα γεννήματα, γεννήκανε για θέρο… « 

Το θέρισμα γινόταν πάντα βιαστικά , γιατί φοβόταν την αλλαγή τού καιρού , κρατούσε αρκετές μέρες  και όλη η οικογένεια έπαιρνε μέρος σε αυτόν τον πόλεμο .Τα μικρά παιδιά κουβαλούσαν νερό από κάποια κοντινή πηγή,  για να ξεδιψάσουν  όλοι .Κάποια μεγαλύτερα πρόσεχαν κάτω από   την σκιά ενός δέντρου ή κάτω από το κάρο τα μικρά αδελφάκια τους, που ήταν μέσα στις ξύλινες κούνιες. Άνδρες , γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν όλοι με τον καθένα να έχει τον δικό του ρόλο . 

Ο ήλιος από πάνω πύρωνε την γη  και ο κάμπος γινόταν ένα απέραντο καμίνι.Το φαγητό τους τί ;  ελιές σε ξύδι και παστή σαρδέλα ,που τους έκανε να διψάνε και να πίνουν αχόρταγα το νερό . 

   Τα δεμάτια , τα μετέφεραν με τα ζώα στην άκρη του αλωνιού , που ήταν τόπος κυκλικός, στην άκρη του χωριού ,οι αλωνότοποι . 

Θέρος , τρύγος ,πόλεμος …και στο αλώνισμα χαρές.  Κάτω στην Σολτάρα και μετά  την γέφυρα ήταν αλώνια . Αλώνια υπήρχαν και βόρεια  κάτω από το ρέμα του χωριού. Από το σπίτι του Τσαλκιτζή Γιώργου (της Χαβάης)  και πέρα υπήρχαν αλωνότοποι. 

Στο κυκλικό αυτό αλώνι έδεναν δύο άλογα ή μουλάρια  γύρω από έναν στύλο και πατούσαν τα στάχυα . Ο αλωνάρης  τα μαστίγωνε για να τρέχουν γύρω –γύρω και  έσυραν   μια  ξύλινη βαριά πόρτα βαριά  , μέσα  μπηγμένες  πέτρες κοφτερές που την έλεγαν  λοκάνα και αυτή έσπαζε  τα στάχυα.Μετά ο νοικοκύρης με την οικογένειά του μάζευαν με τα  δεκράνια και τα φτυάρια τον καρπό , που ήταν το ευλογημένο στάρι. 

Αν φυσούσε αέρας  άρχιζαν το λίχνισμα  και μετά το περνούσαν από το κόσκινο για τον καθαρισμό του και ήταν έτοιμο το στάρι για τον μύλο  των θείων μου Τσιφτσόγλου .Εκεί οι μυλωνάδες και οι αλευράδες  το μετέτρεπαν σε αλεύρι .Στην άκρη του χωριού έστεκε ο μύλος  των Ναναίων μέσα σε ένα μεγάλο κτίριο . Εκεί πήγαιναν τα κάρα και ξεφόρτωναν  τα τσουβάλια  με το στάρι .Πήγαιναν σταρι  και  έπαιρναν αλεύρι . 

Αλεύρι, νερό και μαγιά  ορίστε,  το ψωμί .Πόσος κόπος ,πόσος ιδρώτας ,πόση προσμονή .  Έχουν δίκιο οι γιαγιάδες μας ότι είναι αμαρτία να πετάς το ψωμάκι .Και οι μαμάδες μας έφτιαχναν το ζυμωτό μοσχομυριστό ψωμί . Ακόμη,  έφτιαχναν τις πίτες ,τα λουκουμαδάκια , τους τραχανάδες , τους γιουφκάδες.  

Στην αρχή της δεκαετίας του ’50 έκαναν την εμφάνιση τους οι αλωνιστικές  μηχανές, οι πατόζες , που χρειάζονταν πολλά άτομα για να την δουλέψουν  . Αυτές ξεκούρασαν τους αγρότες  από την δυσκολία του αλωνίσματος ,  για μια δεκαετία. 

Κι ύστερα την δεκαετία του  ’60  μια άλλη  κυρία έκανε την εμφάνισή της, η  κουμπίνα, η κυρία του κάμπου, που  θέριζε και αλώνιζε. 

Κουμπίνα ,  η θεριζοαλωνιστική μηχανή ,αυτή  που τους ξεκούρασε όλους . 

Οι αλωνότοποι έγιναν παραδοσιακοί τόποι και τα εργαλεία κρεμάστηκαν στις αποθήκες  ως μνημειακά.Τα αλώνια ερήμωσαν  και οι μύλοι σιώπησαν .Για κάποιους από εμάς είναι μακρινές αναμνήσεις , που όσο πάνε και ξεθωριάζουν. 

Η τεχνολογία μπορεί να ανακούφισε τον κόπο των ανθρώπων , αλλά πήρε μαζί της τις φωνές των θεριστάδων , τα τραγούδια του κάμπου, τις γλυκές παραδόσεις  και το αντάμωμα όλων για τον ίδιο σκοπό,  που ήταν η επιβίωση . Η εργασία που κάποτε ήταν συλλογική και έφερνε τους ανθρώπους πιο κοντά, μετατράπηκε σε μια διαδικασία που χρειαζόταν λιγότερα χέρια αλλά και λιγότερο συναίσθημα .  

Σήμερα , θυμόμαστε εκείνες τις εποχές με νοσταλγία. Θυμόμαστε τις ασπρομάντηλες θερίστρες ,τις γυναίκες ώσπου με υπομονή και δύναμη έσκυβαν στα χωράφια , εργαζόμενες ισότιμα με τους άντρες ,για να θρέψουν τις οικογένειές τους .  

Ο ποιητής  Γεώργιος Δροσίνης τις ύμνησε :  

«Στις καλαμιές απόγυρτες  

 Απ’ τα βαριά τα στάχυα,   

Νεράιδες ασπρομάντηλες  

 Διαβαίνουν οι θερίστρες…» 

Κι εμείς σήμερα οφείλουμε να κρατήσουμε ζωντανές τις μνήμες τους .  Σε αυτές τις ασπρομάντηλες  πρέπει να προσφέρουμε φόρο τιμής που δούλεψαν σκληρά και μας άφησαν την κληρονομιά του σεβασμού προς τον μόχθο και την ζωή .  

Ελένη Τσιφτσόγλου   

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή