Η Χασαπιά των Πατεράδων μας 

Η Χασαπιά των Πατεράδων μας 

Στην πλατεία της Νέας Δήμητρας, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ο αέρας μύριζε κρασί, ψητό κρέας και  γιασεμί . Τα λαδοφάναρα κρέμονταν από τα δέντρα, ρίχνοντας μια ζεστή λάμψη πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Το βιολί και το κλαρίνο ξεκίνησαν να παίζουν τις πρώτες νότες της χασαπιάς. Οι άντρες σηκώθηκαν. 

Προχώρησαν με σταθερά βήματα προς το κέντρο της πλατείας. Φορούσαν το ευρωπαϊκό παντελόνι, το πουκάμισο, το αμάνικο γιλέκο. Τα σκαρπίνια τους γυάλιζαν. Δεν ήταν απλοί χορευτές. Ήταν οι φύλακες της μνήμης, οι συνεχιστές μιας παράδοσης που ταξίδεψε αιώνες μέσα από την Πόλη, τη Θράκη, τη Μικρά Ασία. 

Στην πρώτη σειρά, ο Γιάγκος ο τσαγκάρης, δίπλα του ο Διαμαντής ο Σαρβανιτίδης, ο Αλμπάνης ο Χρήστος, ο Γιοβαντσάκης ο Απόστολος, ο Γκοτζίδης ο Κωνσταντίνος, ο Ευθυμιάδης ο Θανάσης, ο Εσκιόγλου ο Μιλτιάδης, ο Ιωακειμίδης ο Στέργιος. Πιο πίσω, ο Μαντόπουλος ο Καλλίνικος, ο Νατσόπουλος ο Σταύρος και ο Χρήστος, ο Νικολαΐδης ο Τριαντάφυλλος, ο Παναγιωτίδης ο Θεοκλής και ο Βασίλης, ο Παπάζογλου ο Δημητρός, ο Χατζόπουλος ο Παναγιώτης. 

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Δεν μιλούσαν, δεν χρειαζόταν. Το σώμα τους ήξερε τα βήματα. Το πρώτο χτύπημα των ποδιών στο χώμα ακούστηκε σαν πολεμικό κάλεσμα. Ο ρυθμός ξεκίνησε αργός, πειθαρχημένος. Τα σώματα συντονισμένα, οι κινήσεις κοφτές, ακριβείς. Ο χορός μιμούνταν τη μάχη, όπως ακριβώς έκαναν παλιά οι κρεοπώλες της Πόλης, οι χασάπηδες, οι Kasap. 

Η χασαπιά δεν ήταν απλά διασκέδαση. Ήταν μνήμη, ήταν υπόσχεση. Οι πατεράδες μας, οι παππούδες μας, αυτοί που ήρθαν πρόσφυγες, που ξαναρίζωσαν, που έχτισαν σπίτια και ζωές σε καινούργια χώματα, έβαζαν την ψυχή τους σε κάθε βήμα. 

Και όσο ο ρυθμός επιτάχυνε, όσο τα πόδια χτυπούσαν το έδαφος με δύναμη, όσο τα κορμιά ενώνονταν σε έναν αδιάσπαστο κύκλο, η πλατεία γέμιζε περηφάνια. 

Οι γυναίκες στέκονταν λίγο πιο πέρα, με μάτια βουρκωμένα. Ήξεραν τι κουβαλούσε αυτός ο χορός. Ήταν η συνέχεια μιας ιστορίας που δεν γραφόταν σε βιβλία, αλλά στα σώματα των ανθρώπων. 

Και όταν η τελευταία νότα έσβησε, και οι άντρες στάθηκαν ακίνητοι για μια στιγμή, σαν πολεμιστές μετά τη μάχη, ένα ρίγος πέρασε από γενιά σε γενιά. Η χασαπιά δεν ήταν απλώς χορός. Ήταν η ψυχή μας, η ρίζα μας, το αίμα μας. 

Εμείς  οι Νεοδημητριώτες έχουμε να καμαρώνουμε για τον χασάπικο χορό  ή χασαπιά  που χόρευαν αγέρωχοι και θεαματικοί οι παππούδες μας .Ο χορός αυτός είναι παραδοσιακός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης και της ευρύτερης περιοχής που ήταν τα χωριά μας . Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς μας .Ο χορός αυτός δεν ήταν απλά μια μορφή διασκέδασης αλλά συμβόλιζε την επιδεξιότητα και την πειθαρχία καθώς μιμείται χορευτικές μάχες με σπαθιά .Οι ρίζες του ανάγονται στην Βυζαντινή περίοδο  όταν αποτελούσαν χορευτική μίμηση μάχης με σπαθιά  από την συντεχνία των Ελλήνων κρεοπωλών  στην Πόλη . Η λέξη προέρχεται από την τούρκικη  λέξη  Kasap. 

Ο χορός αυτός δεν είναι το συρτάκι αλλά αποτέλεσε βάση γι’ αυτό. Συχνά συγχέεται με το συρτάκι αλλά είναι ένας άλλος παραδοσιακός χορός. Τα βήματά τους και η μουσική προκαλούσαν συναισθήματα υπερηφάνειας και συγκίνησης . Χόρευαν την  «χασαπιά « με τόση πειθαρχία , ακρίβεια και  συγχρονισμό. Το θέαμα των παππούδων και των πατεράδων μας να χορεύουν το χασάπικο με τόση πειθαρχία και ακριβή κίνηση ντυμένοι με τα χαρακτηριστικά τους ρούχα αποτελεί  μια ζωντανή ανάμνηση της λαϊκής παράδοσης και της φιλοσοφίας που κρύβεται πίσω  από αυτούς τους χορούς.   

Αυτοί είναι οι χοροί μας και κρύβουν πίσω τους μια λαϊκή φιλοσοφία και την ιστορία  μας . Η μουσική της χασαπιάς είναι στα ακούσματά μας και  στο αίμα μας . Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι  ο χορός είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο . Ένας τρόπος έκφρασης που συνδέει το σώμα με την ψυχή . 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

 Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή