Η Φωνή της Γιαγιάς  από το Κερμέν της Τυρολόης 

Η Φωνή της Γιαγιάς  από το Κερμέν της Τυρολόης 

Η γιαγιά μου, γυναίκα από το Κερμέν της Τυρολόης,  της Τσόρλου , κρατούσε τις ιστορίες σαν εικόνες σε σεντούκι. Όταν καθόταν να ξαποστάσει από το ζύμωμα ή το ράψιμο, έπιανε το νήμα από την πατρίδα κι έλεγε:  “Αχ, η Σηλυβριά, παιδάκι μ’», μουρμούριζε. «Τόπος έμορφος, βλογημένος. Χωράφια πλατιά, ο κάμπος ανθισμένος την άνοιξη, τ’ αμπέλια φορτωμένα. Μ’ έπαιρνε ο πατέρας μου και πήγαιναμε. Κατέβαιναμε από το Κερμέν, περνούσαμε χωριά, έκαμναμε  στάση να ποτίσ(ου)νε  τ’ άλογα. Στη Σηλυβριά ψούν(ι)ζαμε, έβρισκαμε κόσμο, άκουγαμε νέα  έπαιρναμε  πράγματα για το σπίτ(ι).  Εκεί μάθαινες τι γίνεται στην Αρακλειά, στ’ άλλα χωριά, σ’ όλον τον κάμπο». 

«Εκεί, παιδάκι μου, πήγαιναμε στη Σηλυβριά με τον πατέρα μ’.  Μας έπαιρνε με το κάρο, νωρίς το πρωί και  ο δρόμος ήταν μακρύς μα όμορφος . Λόφοι και χωράφια γεμάτα στάρ(ι) κι ανθισμένες παπαρούνες την άνοιξη. Στη Σηλυβριά αγόραζαμε πράγματα, έκαμναμε τις δουλειές μας, κι εγώ κρατούσα το χέρ ( ι) του σφιχτά, μην χαθώ μέσ’ στους κόσμους και στα παζάρια.” 

Κι ύστερα μου μιλούσε για την Ηράκλεια,  την Αρακλειά, όπως την έλεγε, με τη ντοπιολαλιά που γλύκαινε το όνομα σαν σταφύλι ώριμο. 

«Εκεί είχαμε αμπέλια», μου έλεγε. «Ο μπαμπάς μου μάζευε τσαμπιά μεγάλα, γεμάτα ζάχαρη και ήλιο. Έφτιαχναμε  κρασί, ρακί, σταφιδόψωμα.  Τα σταφύλια τα έφερναμε με τα κοφίνια στα κάρα “.  

Μιλούσε και τα μάτια της έλαμπαν, λες κι έβλεπε μπροστά της ξανά τους κάμπους, τους ανθρώπους, τις βρυσούλες, τους αργαλειούς και τα σταμνιά στις αυλές. Κι εγώ παιδί τότε, ρίζωνα μέσα μου τις λέξεις της, να μην ξεχάσω, να τις πω κι εγώ παρακάτω, να μην χαθεί το Κερμέν, η Τσόρλου, η Σηλυβριά,  η Αρακλειά , τα αμπέλια και τα παζάρια. 

Όλα να μείνουν ζωντανά, όπως τα φύτεψε εκείνη μέσα μου. Σαν ένα κλήμα που απλώνεται και δίνει καρπό ξανά και ξανά, σ’ άλλον τόπο, μα με την ίδια ρίζα. 

Έλεγε για το Φανάρι ,το  Φανάρ , το χωριό που το ‘χαν για καμάρι, κοντά στη Σηλυβρία, στρωμένο δίπλα στ’ αμπέλια και τα σπαρτά. 

«Από το Φανάρ(ι) ήρθαν πολλοί εδώ στη Νέα Δήμητρα, να το θυμάσαι αυτό», μου τόνιζε. «Δεν ήρθαμε μοναχοί μας. Μαζί μας ξεριζώθ(η)καν κι άλλ(οι), με την Ανταλλα(γ)ή, με τον καημό στην καρδιά.  

Να, ο Μιχάλ(η)ς του Παρούς , αυτόν να τον θυμάσαι, καλός άνθρωπος, ήρθε από το Φανάρ(ι).  Η Τεπελού, που δούλευε δίπλα μας κι αυτή Φαναριώτ(ι)σσα. Η Στογιάναινα, με τα χέρια της έπιασε ρίζες εδώ κι ο Θεοφίλ(η)ς, ο Μητάκος ,όλ(οι ) από κει, από τον τόπο τον γόνιμο, τον όμορφο. Έφεραν τις σπορές τους, τις νοικοκυριές τους, το λάδ(ι), το στάρ(ι), το κρασί, τις προσευχές τους, κι όλα τα ξανάσπειραν εδώ, στη Νέα Δήμητρα». 

Έτσι μου τα ‘λεγε η γιαγιά  κι εγώ τα κράτησα σαν φυλαχτό. Γιατί δεν είναι μικρό πράγμα να θυμάσαι ποιος ήρθε μαζί σου από τον ξεριζωμό, ποιος έχτισε δίπλα σου νέο χωριό, ποιος έσπειρε ξανά αμπέλια πάνω σε ξένη γη για να γίνει  δικιά μας. 

Κι όπως εκείνη μου τα ‘λεγε, εγώ τα λέω τώρα σε σένα , να ξέρεις πως στη Νέα Δήμητρα, το Νέο Γυναικόκαστρο  του Κιλκίς , ριζώσανε Φαναριώτες, Σηλυβρινοί, Κερμενλήδες, Τσόρληδες και άλλοι . Και όλοι μαζί κάνανε τον τόπο μας καινούριο, μα με ρίζα βαθιά που δεν ξεχνά. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή