Η Τέχνη του Κεντήματος στην Νέα Δήμητρα
Τα απογευματινά στην Νέα Δήμητρα είχαν μια ιδιαίτερη μαγεία .Όταν ο ήλιος κατέβαινε και η ζέστη υποχωρούσε οι γυναίκες μαζεύονταν κάτω από τα δέντρα στις αυλές και άρχιζαν το κέντημα . Οι σκιές τους μεγάλες και ήρεμες απλώνονταν στο χώμα ενώ οι βελόνες και οι κλωστές δημιουργούσαν σχέδια γεμάτα υπομονή και δεξιοτεχνία .
Το κέντημα δεν ήταν στην Νέα Δήμητρα μόνο μια δραστηριότητα αλλά και μια στιγμή συνάντησης, μια αφορμή για κουβέντες . Κάθε βελονιά , κάθε σχέδιο ήταν γεμάτο από τις ιστορίες τους ,από τις χαρές και τις λύπες . Τα νήματα έπαιρναν ζωή στα χέρια τους σχηματίζοντας λουλούδια , πουλιά και παραδοσιακά μοτίβα .
Στις σκιές των δέντρων η ζωή της Νέας Δήμητρας περνούσε αργά με σεβασμό στις παραδόσεις. Εκεί κεντούσαν την προίκα τους , και προετοιμάζονταν για το μέλλον . Η προίκα τους ήταν ένα κομμάτι από τις ώρες της δουλειάς αυτής και τα όνειρα που έβαζαν σε κάθε κλωστή .
Στο μεγάλο δέντρο της Σμαραγδής της Τζώρτζαινας μέσα στον μπαχτσέ με τα όμορφα λουλούδια τα κορίτσια έκαναν το κέντημα της ζωής τους . Κάθε απογευματινή συνάντηση εκεί ήταν μια τελετή παράδοσης και συνύπαρξης , όπου οι βελόνες και οι κλωστές συναντούσαν τα όνειρα των κοριτσιών . Η γειτονιά αυτή είχε πολλά κορίτσια γεμάτα ζωντάνια και όνειρα , που συχνά έφερναν την φρεσκάδα και την ζωντάνια στις αυλές . Η Νίκη και η Αννίτσα Γκάιτατζη , η Πασχαλιώ Φωτιάδου , η Χρυσηνιώνιώ και η Φωτούλα Αβραμίδου , η Σούλα Αργυροπούλου , η Διαμάντω και η Σούλα Μαρμαρίδου , η Δημητρούλα Κεχραδάκη ήταν τα κορίτσια που έτρεχαν για να φτάσουν στην αυλή της Σμαραγδώς. Κεντούσαν και οι φωνές τους αντηχούσαν στον αέρα , μιλώντας για τις δουλειές του σπιτιού, για την μόδα στα ρούχα , για τις χαρές και τις λύπες αλλά και για τα όμορφα παλικάρια του χωριού .
Εκεί ήταν και έμπειρες γυναίκες όπως η γιαγιά Σμαραγδή , η γιαγιά μου η Δαφνιώ , η Μαρμαρίδαινα που καθοδηγούσαν διδάσκοντας όχι μόνο την τέχνη του κεντήματος αλλά και την αξία της υπομονής .
Σε αυτές τις απογευματινές δημιουργικές παρέες με τις κεντήτρες ήμουν κι εγώ μικρούλα . Θυμάμαι ακόμα την χαρά μου να κάθομαι δίπλα στις θείες μου και στις φιλενάδες τους , παρατηρώντας πώς οι βελόνες έπαιρναν ζωή και σχημάτιζαν πολύχρωμα μοτίβα πάνω στις εταμίνες , στους χασέδες και στις ψάθες . Τα χέρια μου ήταν άχαρα και η προσπάθειά μου να κρατήσω την βελόνα σωστά ήταν συχνά αιτία για γέλια . Ωστόσο οι μεγαλύτερες με βοηθούσαν δίνοντάς μου θάρρος να συνεχίσω . Εκεί κατάλαβα ότι το κέντημα ήταν μια τέχνη , μια παράδοση που μας ένωνε με τις μαμάδες και τις γιαγιάδες μας . Εκεί έμαθα να αγαπάω το κέντημα , αλλά πάνω απ’ όλα να εκτιμάω την δύναμη της συντροφιάς .
Εκείνα τα απογευματινά στην γειτονιά της γιαγιάς μου στις αυλές τους ήταν στιγμές μοναδικές, όπου το παρελθόν και το παρόν ενώνονταν με την τέχνη του κεντήματος και την αξία της φιλίας των κοριτσιών. Ήταν στιγμές που φώτιζαν τις αυλές του χωριού , φέρνοντας την ζωντάνια της παράδοσης στο σήμερα και ο μικρές μας ζωές γέμιζαν από όνειρα και υποσχέσεις για το αύριο !