Η Συνάντηση με το Όνομα
Είχαν περάσει δεκαετίες από το έπος της Αλβανίας. Οι χειμώνες και τα καλοκαίρια είχαν αλλάξει πολλές φορές πρόσωπο στο χωριό, οι άνθρωποι είχαν μεγαλώσει και η μνήμη του πολέμου είχε γίνει σαν παλιό τραγούδι . Μα για την οικογένεια του Νικολάου Κυριακίδη, η απουσία του δεν είχε ποτέ ξεθωριάσει.
Ένα πρωινό, ο γιος του, ο Κυριάκος, μαζί με την κόρη του, τη Χάιδω, αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Αθήνα. Στόχος τους, το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Εκεί, τους είχαν πει, βρίσκονταν τα αρχεία των νεκρών του Αλβανικού Έπους.
Τους υποδέχτηκαν με τιμή. Ένας αξιωματικός, ευγενικός και σοβαρός, τους οδήγησε σε μια μεγάλη ήσυχη αίθουσα. Γύρω-γύρω, σε ράφια, υπήρχαν μεγάλα δερματόδετα βιβλία, γεμάτα ονόματα. Ήταν τα βιβλία της Μνήμης, εκεί όπου η ιστορία κρατούσε ζωντανούς όσους έφυγαν μαχόμενοι.
Ο αξιωματικός άνοιξε ένα από αυτά. Οι σελίδες γύρισαν αργά, με προσοχή, σαν να μην ήθελαν να ενοχλήσουν τους νεκρούς που κοιμόντουσαν ανάμεσα στις λέξεις. Και τότε, το χέρι του σταμάτησε. Εκεί, με καλλιγραφικά γράμματα, ήταν γραμμένο το όνομα: Νικόλαος Κυριακίδης.
Η φωνή του αξιωματικού έγινε πιο ζεστή καθώς μιλούσε. Τους διηγήθηκε για την αυταπάρνηση του νεαρού τότε Νικόλα, για την πορεία του μέσα στα χιόνια, για το ύψωμα όπου πολέμησε με πείσμα και για το νοσοκομείο που τον περιέθαλψε τις τελευταίες του μέρες. Έξω από τις λέξεις, όμως, η αίθουσα είχε γεμίσει με την παρουσία του , σαν να στεκόταν εκεί, δίπλα στον γιο και την εγγονή του, αθόρυβος, αλλά περήφανος.
Σε προθήκες γύρω τους υπήρχαν ενθύμια του στρατού, φωτογραφίες, παλιές ταυτότητες. Ο Κυριάκος ένιωσε τα μάτια του να θολώνουν. Δεν ήταν μόνο ο γιος που έχανε τον πατέρα του στα παιδικά του χρόνια. Ήταν και ο άντρας που, έπειτα από τόσα χρόνια, συναντούσε ξανά το όνομα εκείνου που του είχε δώσει τη ζωή.
Η Χάιδω, η εγγονή, έσκυψε πάνω από τη σελίδα. Κοίταξε τα γράμματα, τα χάραξε με το βλέμμα της μέσα στην ψυχή της. Ένιωσε πως, βλέποντας το όνομα αυτό γραμμένο στα Αρχεία του Στρατού, αγγίζει έστω και για μια στιγμή τον παππού που δεν γνώρισε.
Κι εκεί, ανάμεσα σε παλιές σελίδες και στρατιωτικά ενθύμια, τρεις γενιές ενώθηκαν σιωπηλά. Ο πατέρας, ο γιος, η εγγονή. Ο ένας παρών μόνο ως όνομα, μα ζωντανός όσο ποτέ στις καρδιές τους.
Βγαίνοντας από την αίθουσα των Αρχείων, ο Κυριάκος κρατούσε μέσα του ένα αίσθημα βαρύ, αλλά όχι πια μόνο πένθος. Ένιωθε σαν να είχε κλείσει μια παλιά, ανοιχτή πληγή. Όχι γιατί έσβησε ο πόνος, αλλά γιατί επιτέλους είχε δει με τα μάτια του ότι ο πατέρας του δεν χάθηκε στην ανωνυμία του πολέμου.
Η Χάιδω περπατούσε δίπλα του σιωπηλή. Το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο, μα έλαμπε από συγκίνηση. Στο μυαλό της ξαναγύριζε η εικόνα της μεγάλης σελίδας, με το όνομα Νικόλαος Κυριακίδης γραμμένο σταθερά και καθαρά. Δεν ήταν πια μόνο ένα όνομα που άκουγε από διηγήσεις. Ήταν ένα κομμάτι της ίδιας της Ιστορίας.
Στον διάδρομο, οι τοίχοι ήταν στολισμένοι με φωτογραφίες παλιών μαχητών, με στολές και βλέμματα που κοιτούσαν πέρα από τον φακό. Ήταν σαν να τους χαιρετούσαν στον δρόμο για την έξοδο. Ένας νεαρός στρατιώτης στάθηκε προσοχή καθώς περνούσαν , χειρονομία που, χωρίς να το ξέρει, έμοιαζε να αποδίδει τιμή όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στον νεκρό που τους συνόδευε αόρατος.
Όταν βγήκαν στην αυλή, ο χειμωνιάτικος αέρας της Αθήνας τους τύλιξε. Ο Κυριάκος κοίταξε για λίγο τον ουρανό, σαν να έψαχνε εκεί κάποιο σημάδι. Η Χάιδω έπιασε το χέρι του. Κανείς τους δεν μίλησε. Δεν χρειαζόταν.
Είχαν φύγει από το Γενικό Επιτελείο Στρατού κρατώντας κάτι πολύτιμο , όχι χαρτιά ή φωτογραφίες, αλλά μια βεβαιότητα: ότι ο Νικόλαος Κυριακίδης δεν χάθηκε στις σελίδες της ιστορίας, μα ζει εκεί, γραμμένος με ανεξίτηλα γράμματα, και στην καρδιά της οικογένειας και του τόπου του.