Η Σιωπή του Σέφερ Μπελίκ
Αμπαρλί , 1914 — Το Σεφέρ Μπελίκ
Ο αέρας μύριζε αλμύρα και φόβο. Το καλοκαίρι είχε απλωθεί πάνω στα χωράφια του Αμπαρλί, μα στα σπίτια των Ρωμιών δεν ακουγόταν πια το τραγούδι. Από το πρωί ο αγάς είχε περάσει απ’ το χωριό με χαρτιά και σφραγίδες. Γενική επιστράτευση, είπε , Σεφέρ Μπελίκ.
Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν, οι γέροι έσκυβαν το κεφάλι. Ήξεραν τι σήμαινε αυτό, τα παιδιά τους δε θα γύριζαν. Όχι στρατιώτες, μα σκλάβοι στα Αμελέ Ταμπουρού, να πεθαίνουν σε δρόμους και λατομεία χωρίς όνομα και σταυρό.
Το βράδυ, στο σπίτι του Γιώργου Σταματιάδη άναψαν τη λάμπα χαμηλά, να μην προδώσει το φως. Ο μικρός του γιος, ο Κωνσταντίνος, είχε ήδη κρυφτεί στο υπόγειο.
«Θα τον στείλουμε στου Γιώργη του Μυστακίδη στο Τσακίλ », ψιθύρισε η μάνα.
«Θα πει πως είναι ανιψιός τους, από τη μεριά της γυναίκας του. Κανείς δε θα ρωτήσει.»
Ο Γιώργος έγνεψε. Το μουστάκι του έτρεμε.
Το ίδιο βράδυ, κι άλλα σπίτια έκαναν το ίδιο. Αντάλλασσαν τα παλικάρια σαν να αντάλλασσαν αναμμένες λαμπάδες, να μη σβήσει η ζωή. Κάθε χωριό προστάτευε το άλλο, οι ιερείς άλλαζαν ονόματα στα χαρτιά, οι μανάδες έραβαν στο ρούχο ένα μικρό σταυρό με κλωστή κόκκινη ,να θυμάται ο γιος ποιος είναι, αν ξεχάσει.
Στο κατώφλι στεκόταν η μικρή Ζαφειρώ, δεν ήταν ακόμη δεκατεσσάρων. Κρατούσε τη γωνιά του παραθυριού και κοίταζε τη νύχτα. Δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να φύγει ο αδελφός της, μόνο ένιωθε το σπίτι να μικραίνει, να τους πνίγει όλους.
«Μάνα,» ψιθύρισε, «θα γυρίσει;»
Η γυναίκα δεν απάντησε. Μονάχα χάιδεψε το κεφάλι της κόρης της κι είπε χαμηλά:
«Να προσεύχεσαι, παιδί μου, να μη σβήσει η φλόγα μας.»
Έξω, ο άνεμος φύσηξε μέσα από τη θάλασσα . Ήταν σαν να ταξίδευαν μαζί του όλα τα ονόματα που χάθηκαν τότε κι ανάμεσά τους, εκείνα που σώθηκαν γιατί κάποιο χωριό προστάτεψε το άλλο.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και σκληρά. Οι μνήμες του Σεφέρ Μπελίκ ήταν ακόμα ζωντανές στις ρυτίδες των γονιών και στις σιωπές των παιδιών. Ο Γιώργος Σταματιάδης είχε δει πολλά. Φίλοι χάθηκαν στα Αμελέ Ταμπουρού, συγγενείς εξαφανίστηκαν στη θάλασσα ή στα στρατόπεδα.
Το 1924, ήρθε η Ανταλλαγή των Πληθυσμών. Το Αμπαρλί έπρεπε να αδειάσει. Η οικογένεια Σταματιάδη με την Ζαφειρώ πια νεαρή γυναίκα, φορτώθηκε σε ένα καραβάνι που έμοιαζε με ποτάμι από ανθρώπους, ζώα και μικρά κομμάτια από τις ζωές τους. Ήταν όλοι μαζί . Ευτυχώς τα αδέλφια σώθηκαν από το Σέφερ Μπελίκ. Ο Κωνσταντίνος, ο Γιάννης , η Ζαφειρώ, η Δόμνα, η Κωνσταντινιά . Όλοι μαζί με τους γονείς τους, τον Γιώργο και την Αμαλία .
Η Ζαφειρώ κρατούσε σφιχτά ένα σακίδιο με λίγα ρούχα και το σταυρό που της είχε ράψει η μητέρα της χρόνια πριν. Καθώς περνούσαν από τα χωράφια, κοιτούσε πίσω. Το χωριό της, τα δέντρα, τα σπίτια ,όλα έμοιαζαν μικρά, σαν σε όνειρο. Ο φόβος και η θλίψη ανακατεύονταν με μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας. Φύγανε από την καταπίεση, αλλά η καρδιά τους δεν ησύχαζε.
Η Νέα Δήμητρα τους υποδέχτηκε με χώμα άγνωστο, σπίτια και δρόμους ξένους. Τα αδέλφια, οι θείοι και οι φίλοι βρήκαν γρήγορα τρόπο να επιβιώσουν. Οι δουλειές, τα σιδεράδικα , τα μπακάλικα άνοιγαν δρόμους. Η Ζαφειρώ , όμως, κουβαλούσε ακόμα τις παλιές πληγές του ξεριζωμού. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή συνεχίστηκε. Το γέλιο των παιδιών των γειτόνων, οι γιορτές στο σπίτι, η ζεστασιά των συγγενών της ήταν φως μέσα στο σκοτάδι.
Η Νέα Δήμητρα έγινε το νέο τους σπίτι, αλλά οι καρδιές τους παρέμεναν μισές στον τόπο που άφησαν πίσω, στο Αμπαρλί της Κωνσταντινούπολης.
Η Ζαφειρώ ήρθε στη Νέα Δήμητρα κουβαλώντας στις αποσκευές της τον πόνο του ξεριζωμού και τη δύναμη της επιβίωσης. Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Ο τόπος άγνωστος, οι μνήμες νωπές. Κι όταν η ζωή άρχισε να της χαμογελά, ήρθε το δυστύχημα που της στέρησε τον άνδρα της, αφήνοντάς τη μόνη . Παρ’ όλα αυτά, στάθηκε όρθια, με καρδιά σιωπηλή αλλά γεμάτη αξιοπρέπεια. Έζησε μακρά ζωή, βλέποντας γενιές να μεγαλώνουν γύρω της, κουβαλώντας πάντα μέσα της τη μνήμη των ανθρώπων και των τόπων που αγάπησε. Έφυγε ήρεμα, όπως έζησε, με δύναμη, σεμνότητα και μια βαθιά πίστη στη ζωή.
Και έτσι, η Ζαφειρώ Σταματιάδου , η σπάνια φλόγα με το ωραίο όνομα, μεγάλωσε ανάμεσα στις σκιές και στο φως, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη της Ανατολικής Θράκης για όλους όσους την ήξεραν.