Η Σιωπή του Εμφυλίου Μέρος 3ο   

Η Σιωπή του Εμφυλίου Μέρος 3ο   

Το ημερολόγιο συνέχιζε την κραυγή του . Ο Στέργιος ,άλλος ένας άδικος θάνατος στη μαύρη λίστα της Ιστορίας, προστέθηκε σιωπηλά στους πολλούς που έφυγαν χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς εξήγηση . Ήταν άνθρωπος της τιμιότητας . Δεν έβλαψε ποτέ κανέναν . Κι όμως η εποχή δεν ξεχώριζε τους αθώους από τους ενόχους . Ήταν 6 Νοέμβρη του 1947.  

Ο  Κωνσταντίνος, κι αυτός πήρε τον ίδιο δρόμο . Η μάνα του , η Αναστασία , δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ! Ο Κωνσταντίνος  της ,χάθηκε από τη ζωή ,αφήνοντας πίσω του ένα κενό που καμμιά λέξη δεν γεμίζει .  

Το ημερολόγιο ,στα κιτρινισμένα φύλλα του ,συνεχίζει να μιλά με φωνή τρεμάμενη  . Γράφει για τον Γρηγόρη και τον Χρήστο ,δύο αδέλφια , δύο νέους που έφυγαν σαν να τους ρούφηξε η γη . Και πίσω …η μάνα . Η Ζωή . Μα ποια ζωή ; Την απέμεινε μόνο το όνομα ,γιατί η ψυχή της πέθανε δύο φορές. Δεν είχε άλλο δάκρυ να δώσει . 

Το ημερολόγιο γράφει για τον Αναστάση και την Πασχαλιά ,δύο ακόμα θύματα του ανέμου και της μοίρας . Η μάνα, η Όλγα  και τα αδέλφια ,με την καρδιά ραγισμένη πήραν το δρόμο της φυγής . Όχι με σχέδιο ,ούτε με ελπίδα . Μόνο με φόβο και ανάγκη . Εκεί πέρα από τα σύνορα ,άφησαν την πατρίδα πίσω τους,  σαν πληγή που δεν γιατρεύεται . Η Όλγα άφησε την ανάσα της εκεί . 

Κι έτσι το ημερολόγιο συνεχίζει . Με χέρια ξένα να γυρνούν τις σελίδες του , μα με ψυχές δικές τους να το ζωντανεύουν. 

 Ο Βασίλης …κι αυτός ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα της απώλειας. Ένας πατέρας που δεν πρόλαβε να δει το παιδί του να περπατάει ,να μεγαλώνει . Ένας άντρας που έφυγε άδικα ,όπως τόσοι άλλοι  εκείνη την εποχή , αφήνοντας πίσω του ,  τη Λαμπρινή να θρηνεί . 

Και αυτοί που πήραν το δρόμο της φυγής ,δεν γύρισαν ποτέ πίσω . Άφησαν πατρίδα ,τάφους ανοιχτούς, σπίτια που μύριζαν ακόμα ψωμί και δάκρυ . Κουβάλησαν την ιστορία μέσα σε μπόγους που χωρούσαν τα απολύτως αναγκαία . Κι όσα δεν χώρεσαν ,τα κράτησαν στην ψυχή . Έφυγαν για να σωθούν ,μα  και για να σώσουν . Η προσφυγιά τους δεν ήταν επιλογή ,αλλά μοίρα . Έφτιαξαν στις ξένες πατρίδες , γέννησαν , δούλεψαν . Μα μέσα τους ,πάντα μια επιστροφή, μια ελπίδα , ένα βλέμμα . Ήταν ο Παναγιώτης , η Θεοπούλα ,ο Νίκος ,η Όλγα , ο Ανδρέας ο αδελφός του ο Νίκος , ο Πρόδρομος ,ο Χαράλαμπος … Κάποιοι γύρισαν. Παρά τον πόνο, τις πληγές, τη μνήμη που τους κυνηγούσε σαν σκιά, γύρισαν. Όχι γιατί συγχώρεσαν, αλλά γιατί η πατρίδα,  όσο κι αν πονά ,είναι ρίζα. Είναι η μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή, η πέτρα που περπάτησαν ξυπόλυτοι παιδιά, το βλέμμα της μάνας στο κατώφλι. 

Γύρισαν γερασμένοι, σκυφτοί, με τις πληγές να έχουν γίνει σημάδια πάνω στο σώμα και την ψυχή. Πέρασαν πάλι από τα ίδια σοκάκια, αντίκρισαν σπίτια που δεν υπήρχαν πια, αυλές σιωπηλές, δέντρα θεόρατα που τους θυμόντουσαν παιδιά. Έσκυψαν και φίλησαν το χώμα. Έμειναν εκεί. Πέθαναν ήσυχα , όχι ήρεμα, μα συμφιλιωμένα. 

Η γη που τους πλήγωσε, έγινε κι η γη που τους δέχτηκε. Τους σκέπασε σιγά-σιγά, σαν να ζητούσε κι εκείνη συγχώρεση. Κι έτσι, αυτοί οι λίγοι που γύρισαν, έδεσαν τον κύκλο. Από το αίμα στο χώμα. Από το δάκρυ στη σιωπή. Από τη φυγή στην επιστροφή. 

Κάποιοι άλλοι πλήρωσαν τις διαφορετικές τους  ιδέες με το πιο σκληρό και ταπεινωτικό τίμημα.  Η Μακρόνησος και η Γιάρος έγιναν τα σύμβολα του εξορισμού και της κακουχίας ,των ανθρώπων που τόλμησαν να σκεφτούν διαφορετικά, να αντισταθούν , να ονειρευτούν έναν κόσμο άλλον . Αυτοί οι κρατούμενοι ήταν εξόριστοι και από την ίδια τους την ταυτότητα .Αλλά και στις δύο αυτές  κολάσεις ,κάποιοι άντεξαν  και γύρισαν όπως ο Πολυχρόνης ,ο Θανάσης ….. 

Το ημερολόγιο γράφει για τον μεγάλο εξευτελισμό, για την ταπείνωση που δεν ξεχνιέται, για τις γυναίκες που είδαν το σώμα τους να γίνεται αντικείμενο δημόσιας ντροπής. Τρία πρόσωπα από το χωριό μας, τρεις γυναίκες, που η μοίρα τις έφερε να πληρώσουν ακριβά για κάτι που δεν έφταιγαν οι ίδιες .  

Το κούρεμα, η πράξη του εξευτελισμού. Οι γυναίκες μας, με το βλέμμα τους να χάνεται στο άγνωστο, για να κρύψουν τον πόνο, είχαν το κουράγιο να υπομείνουν την προσβολή που τα μάτια όλων είχαν στραμμένα πάνω τους. Δεν ήταν μόνο το κούρεμα που τις έβγαλε από την εικόνα του κόσμου, ήταν η ηθική ταπείνωση που είχαν να αντέξουν. Το να χάνεις τη φήμη σου και τον σεβασμό σου, να σε βλέπουν όλοι ως κάτι κατώτερο, κάτι υποδεέστερο, χωρίς να καταλάβουν τι είχες, τι ήσουν. Δεν ήταν μόνο οι τρίχες του κεφαλιού τους που έπεσαν. Ήταν οι ελπίδες και τα όνειρα για ένα καλύτερο αύριο, ήταν η αξιοπρέπειά τους που καταπατήθηκε. Η Φωτίκα ,η Βασιλική και η Ευφροσύνη .  

Πώς να εξηγήσει κανείς το μέγεθος αυτής της προσβολής; Πώς να αποτυπώσεις τον πόνο αυτών των γυναικών που δεν είχαν πια δικαίωμα να δουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη χωρίς να νιώθουν το βάρος του εξευτελισμού; 

Κι όμως, η ζωή προχώρησε. Οι γυναίκες αυτές, με το κουράγιο τους, με την ανθεκτικότητα τους, κατάφεραν να σταθούν πάλι όρθιες. Δεν ξέχασαν. Αλλά προχώρησαν. Και μέσα από τη σιωπή τους, η αντίσταση διδάχτηκε στις επόμενες γενιές, σαν ένα ανεκτίμητο μάθημα αξιοπρέπειας και ανθεκτικότητας. 

Και οι μάνες του Εμφυλίου ! Δεν είχαν την πολυτέλεια να επιλέξουν το πένθος τους . Ήταν οι σιωπηλοί φορείς της μνήμης ,που για χρόνια , σιωπηλά κράτησαν το βάρος της απώλειας , δημιουργώντας νέες γενιές ,που έζησαν για να τιμήσουν τις θυσίες που τους κληροδότησαν.  Η ζωή τους συνεχίστηκε με βάσανα, αλλά και με  θάρρος και κράτησαν τις οικογένειές τους ενωμένες . Αυτές οι γυναίκες που έζησαν μέσα από αυτό  το βάρος  ,στήριξαν τη νέα γενιά σε μια Νέα Δήμητρα ,που ήταν γεμάτη τραύματα . Περνώντας τα χρόνια η κοινωνία τις  είχε ξεχάσει, αλλά ήταν αυτές που ακόμα και μέσα από τη θλίψη  τους ,έκρυβαν την δύναμη και την ανάγκη να χτίσουν και να προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν στην επόμενη γενιά . Αυτές ήταν που συγχώρεσαν για την τραγωδία του πολέμου , που έζησαν . Πώς μπορείς να συγχωρήσεις ,πώς μπορείς να αφήσεις τον πόνο και την οργή ,όταν κάθε  βήμα σου είναι γεμάτο από τις θυσίες εκείνων που έφυγαν πρόωρα. Με τη μνήμη  των αγαπημένων τους στην καρδιά  και τη συγχώρεση στα χέρια τους ,αυτές οι γυναίκες απέδειξαν πως η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην εκδίκηση ,αλλά στην ικανότητα να ζεις με το  βάρος του παρελθόντος ,χωρίς να αφήνεις να σε καταβάλλει. Η ζωή δεν ήταν εύκολη ,αλλά εκείνες έδιναν στους απογόνους τους τη δυνατότητα να ελπίζουν . Έτσι , η κληρονομιά τους δεν ήταν μόνο η μνήμη της απώλειας, αλλά και η υπενθύμιση ότι από τα συντρίμμια του παρελθόντος, μπορεί να δημιουργηθεί ένα καλύτερο αύριο . 

  Και τα παιδιά του Εμφυλίου… εκείνα που μεγάλωσαν μέσα στη σκόνη της ήττας και τον τρόμο της νίκης. Παιδιά που δεν έπαιξαν, δεν τραγούδησαν, δεν πρόλαβαν να γελάσουν. Ο Κώστας, ο Ηλίας, ο Χριστόφορος, η Ελένη, η Κατίνα, η Μαριγώ, ο Παναγιώτης, η Κοκκώνη , η Λαμπρινή, ο Στέργιος, ο Κωνσταντίνος, ο Άνθιμος, ο Νίκος, η Κυπαρισσία, η Σουλτάνα, η Αναστασία, η Ειρήνη, ο Γιάννης, η Βασιλική, η Λαμπρινή, η Δόμνα, ο Αναστάσης, η Βαλεντίνα , ο Νίκος, ο Ευστράτιος… και τόσα άλλα ακόμη, χαραγμένα όχι σε μάρμαρα, αλλά στις ψυχές των  δικών τους. 

Μεγάλωσαν με ιστορίες που δεν έπρεπε να ειπωθούν, με μνήμες που κρύβονταν πίσω από σφιγμένα στόματα και μάτια που κοιτούσαν μακριά. Ήταν τα παιδιά των σκοτωμένων, των εξόριστων, των “χαμένων”, των “επικίνδυνων”. Ήταν τα παιδιά που γίναν μεγάλοι πριν την ώρα τους. 

Και τώρα, μεστωμένοι από τον χρόνο και τα χρόνια, στέκουν μπροστά σ’ έναν τόπο που πονά, με τη βεβαιότητα πως η σιωπή δεν είναι δικαιοσύνη. Και πως τα ονόματά τους, γραμμένα με αγάπη, είναι ο πιο δυνατός τρόπος να ζήσουν ξανά. 

Πώς συνέβη το κακό; 

Ήρθαν όλοι μαζί, πρόσφυγες από τα μακρινά χωριά της χαμένης Πατρίδας. Άφησαν πίσω τα σπίτια, τους τάφους των προγόνων, τις εκκλησίες και τα υπάρχοντα τους  και κουβάλησαν μόνο τη μνήμη, την τιμή και την πίστη τους. Στήσανε το χωριό τους ,τη Νέα Δήμητρα , απ’ το τίποτα. Με ιδρώτα, με πέτρα και χώμα, με κοινά όνειρα και κοινή μοίρα. Ήταν μια γειτονιά ενωμένη, με το ένα σπίτι να στέκει δίπλα στο άλλο όπως οι πλάτες στις δύσκολες ώρες. Όλοι ήξεραν πως χωρίς τον διπλανό τους, δεν γινόταν να σταθούν. 

Και όμως… ήρθε η δεκαετία του Εμφυλίου. 

Μπήκε σαν σκιά, σιγά στην αρχή, ύπουλα. Λόγια, καχυποψίες, χωρισμοί. Η φτώχεια, ο φόβος, και οι μεγάλες δυνάμεις που τραβούσαν τα σκοινιά απ’ έξω. Αδέλφια βρέθηκαν σε αντίπαλες όχθες. Φίλοι σταμάτησαν να χαιρετιούνται. Μανάδες θρηνούσαν χωρίς να ξέρουν για ποιον , για τον γιο που χάθηκε στο βουνό ή για τον άλλον που ντράπηκε να έρθει στο χωριό . Οι πέτρες των δρόμων γνώρισαν το αίμα, και το χώμα , που το είχαν οργώσει με ελπίδα, έγινε τόπος θανάτου και προδοσίας. 

Ήταν μια δεκαετία που ρήμαξε ζωές. 

Δεν άφησε πίσω της νικητές , μόνο νεκρούς, σιωπές και πληγές που δεν μιλούσαν για χρόνια. Κι όμως, το χωριό έμεινε. Οι άνθρωποι συνέχισαν. Με τα τραύματα χαραγμένα στα μάτια και τις καρδιές. Και το ερώτημα μένει: 

Πώς κατέληξαν έτσι εκείνοι που ξεκίνησαν ενωμένοι; 

Κανείς δεν απαντά. Το ημερολόγιο το γράφει, και το αφήνει ανοιχτό. Κι εμείς, χρόνια μετά, μόνο να ευχηθούμε μπορούμε. Να  μην ξανάρθουν τα μαύρα εκείνα χρόνια. 

Έτσι έκλεισε το ημερολόγιο, ύστερα από τα χρόνια εκείνα τα σκοτεινά, που αδέλφια στάθηκαν αντίκρυ με όπλο στο χέρι. Πέρασε ο καιρός ο ματωμένος, με τα σπίτια να είναι  άδεια, τα βουνά να κρατούν τις φωνές των σκοτωμένων και τα χωριά , σαν τη Νέα Δήμητρα , να μετρούν τους νεκρούς και τους χαμένους. Κι εμείς, όσοι μείναμε πίσω να διαβάζουμε τα γραμμένα, ευχόμαστε και πάλι , να μη ξανάρθουν ποτέ τα μαύρα εκείνα χρόνια που δίχασαν τη χώρα και ρήμαξαν τις ψυχές. 

Ελένη Τσιφτσόγλου 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή