Η Σιωπή του Εμφυλίου – Μέρος 2ο 

Η Σιωπή του Εμφυλίου – Μέρος 2ο 

Εκεί πάνω στα μνήματα της Νέας Δήμητρας δεν υπάρχει μνήμα για όλους . Για κάποιους δεν υπάρχει  ούτε τάφος. Τους πήρε το σκοτάδι . Τους άφησε η ιστορία χωρίς σταυρό.  Είναι οι δικοί μας εσταυρωμένοι , της Νέας Δήμητρας. 

 Ύστερα, το ανατιναγμένο κάρο ,στις 15  Νοέμβρη του 1948 . Μια κανονική μέρα , που έγινε θρήνος . Ο Μόσχος , ο Γιώργος ,ο Κωνσταντίνος και άλλοι δύο . Πέντε παλικάρια που χάθηκαν ακαριαία . Το κάρο έγινε φέρετρο . Το χώμα ποτίστηκε με αίμα και η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ σε εκείνη την γωνιά . Δύο μήνες πριν σκοτωθεί ο Κωνσταντίνος ,είχε χαθεί ο γιός του ,ο Χαράλαμπος στις 20 Σεπτέμβρη του 1948 . Ένα παιδί δεκαέξι χρονών . Κατά λάθος ,λένε . Μα τι είναι λάθος ,όταν ένα παιδί φεύγει . Δύο μνήματα ,δύο κεριά στο ίδιο σπίτι . Κι η μάνα , η Πελαγία , δίχως λέξη , να κρατά το σταυρό σφιχτά .  Αυτή η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ σε βιβλίο ,μόνο στις καρδιές μας .  

Την Χαριτωμένη την ξυλοκόπησαν  βάναυσα. Το σώμα της λύγισε, μα πιο πολύ η ψυχή της πληγώθηκε από χέρια ανθρώπων. Κάποιοι, αν και φοβισμένοι, βρήκαν το θάρρος να τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Εκεί, μέσα στη σιωπή και τη θλίψη, άφησε την τελευταία της πνοή. Όχι τόσο από τα τραύματα του κορμιού, όσο από εκείνα της ψυχής, εκείνα που δεν φαίνονται, μα πονάνε πιο πολύ. Και μετά τα αδέλφια της ο Σπύρος και ο Σαράντης .  

Το γράφει το ημερολόγιο. Το έγραψε με πόνο και με δάκρυ, εκείνες τις μέρες που η ψυχή δεν έβρισκε αναπαμό. Για τη Γιαννούλα γράφει… που ένιωσε τον χαμό του άντρα της και του αδελφού της την ίδια μέρα στις 4 Νοέμβρη του 1944 , στην ανθρωποσφαγή του Κιλκίς .  Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το δάκρυ για τον έναν και ήρθε το χτύπημα και για τον άλλον. 

Η Γιαννούλα έμεινε όρθια σαν δέντρο χτυπημένο από αστραπή. Δεν έκλαψε μπροστά στους άλλους. Μόνο τη νύχτα, που όλα ησύχαζαν, μιλούσε στους νεκρούς της με ψιθύρους και έπλεκε τις προσευχές της με την αγρύπνια. 

Το ημερολόγιο δεν λέει πολλά. Μα αυτά που λέει, καίνε σαν αναμμένο κάρβουνο. 

Πιο κάτω ,στη λίστα των νεκρών , ήταν γραμμένο το όνομα του Ασημάκη . Και δίπλα του , του Αναστάση ,του  άνδρα της αδελφής του , της Μαριγώς . Την ίδια μέρα . Ένας αδελφός , ένας σύζυγος . Ποιον να πρωτοκλάψουν ;  

Και όταν έφτασε η είδηση πως το Κιλκίς έγινε τόπος ανθρωποσφαγής ,οι γυναίκες δεν έμειναν πίσω . Πήραν τους δρόμους με κομμένα γόνατα και καρδιές που δεν χτυπούσαν πια όπως πριν . Πήγαν στην πόλη – μαρτύριο ,εκεί που η μάχη άφησε πίσω της σάρκες και ρούχα ανακατεμένα με αίμα και χώμα .  

Μα δεν τους βρήκαν . Οι γυναίκες γύρισαν πέτρες ,ξεσκέπασαν πρόσωπα μα κανείς δεν έμοιαζε στους δικούς τους . Ούτε ο Ασημάκης ,ούτε ο Αναστάσης . Έμειναν να ψάχνουν μεχρι που έπεσε ο ήλιος και δεν ξεχώριζες άνθρωπο και χώμα . Γύρισαν στο χωριό με άδεια χέρια και βαρύ κεφάλι . 

Το ίδιο βάσανο πέρασε και η Μαγδαληνή . Εκείνη που είχε έρθει όπως και οι άλλες, προσφυγοπούλα με μια ζωή στην πλάτη . Ο Σωτήρης ,ο άνδρας της ,πήγε κι αυτός στο Κιλκίς και δεν γύρισε πίσω . Δεν της είπαν ούτε πού ,ούτε πώς . Μόνο χάθηκε ,όπως χάνονται οι άνθρωποι στις φωτιές του εμφυλίου , χωρίς να προλάβουν να πουν μια τελευταία κουβέντα .  

Ο Νικόλας της Αθανασίας μια μαύρη μέρα του 1944 , όπως τόσοι άλλοι, πήρε το δρόμο του χαμού του πολέμου, αφήνοντας πίσω του τρεις κόρες χωρίς πατέρα .  

Ο χαμός του  Απόστολου στις 4 Νοέμβρη του 1944,  ήταν ένα πλήγμα για τους δικούς του . Του  Λεωνίδα , το 1944, ήταν  ένα ακόμα καρφί στην καρδιά του χωριού μας που άφησε κι αυτός εφτά  ανήλικα ορφανά , ένα τραύμα που δεν έκλεισε . Ο χαμός του άδικος , σιωπηλός άφησε πίσω του πένθιμες σκιές . Την μάνα του Κατίγκω ,την γυναίκα του Δέσποινα ,που έμειναν να ζουν με την ανάμνησή του .  

Και ο Θανάσης που τον δολοφόνησαν και ο αδελφός του Νικόλαος . Ο χαμός του  Θανάση και του  αδελφού του Νικόλα που εκτελέστηκε  μετά από μια δίκη παρωδία , παραμονές του Πάσχα του 1949, με μια κατηγορία φτιαγμένη ,όπως φτιάχνονται  τα ψέματα . Άφησαν  πίσω τους ανθρώπους που τους περίμεναν να γυρίσουν ,παιδί που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον πατέρα όπως του άξιζε , και μάνα και γυναίκα που τους έκλαψαν βουβά , χωρίς φωνή ,γιατί η εποχή δεν άφηνε περιθώρια ούτε για θρήνο .  

Ο άδικος  θάνατος του Μανώλη επίσης , έγινε μέρος της αλυσίδας των σιωπηλών μαρτύρων μιας πατρίδας που μάτωνε από μέσα . 

Ο  Ιωάννης και ο Γιάννης ,  άνδρας και γιός της Καρυοφυλλιάς  ,ο Κωνσταντίνος της Ασπασίας δύο ακόμα πρόσωπα που σβήστηκαν πρόωρα από το βιβλίο  της ζωής και χάθηκαν μέσα στη σιωπή . Η Καρυοφυλλιά και η Ασπασία στάθηκαν βουβές στο αναπάντεχο . Πήρε τους αγαπημένους τους η μοίρα – ποια μοίρα ,η ανθρώπινη θηριωδία  και έμειναν να κρατάνε φωτογραφίες και αναμνήσεις μόνο .  

Ο Φωτής και η Παναγιωτή ,δύο άνθρωποι του μόχθου ,όταν οι εχθροί τους ζήτησαν να αποκαλύψουν το κρησφύγετο των γιων τους , παρά την πίεση και τις απειλές, δεν υπέκυψαν . Προτίμησαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό ,για να μην προδώσουν το αίμα τους . Η δολοφονία τους μέσα στην αποθήκη τους , δεν ήταν απλώς μια τραγωδία . Ήταν μια θυσία που πλήρωσαν ακριβά για την οικογενειακή τους τιμή . Αυτοί έδειξαν πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αγάπη ενός γονιού για τα παιδιά του .  

 Η Σουλτάνα και η Μαριγώ και η Μαγδαληνή ,η άλλη Μαγδαληνή , η Λαμπρινή και η Χρυσή , η Βαγιανή, η Ζωή , η Γιωργιά , η Πετρίνα , η Δέσποινα και η Κατίγκω , η Φρόσω , η Ελένη , η Μαριάνθη , η Φωτεινή , η Λαμπρινή ,η Άννα ,η Καρυοφυλλιά , η άλλη  Θεοδοσία και η Όλγα , η Ασπασία , η Θεοδοσία , η Πελαγία ,η Πολυξένη , η Χρυσαφένια , η Αθανασία , η Αναστασία , η Μαργιόρα ,η άλλη  Μαργιόρα  και η Γιαννούλα  δεν ξανάβαλαν το λευκό μαντήλι στο κεφάλι τους . Από τότε μόνο μαύρο φορούσαν . Και έλεγαν : « Δεν πέθαναν οι δικοί μας . Χάθηκαν. Και το « χάθηκαν « είναι χειρότερο από τον θάνατο «. Η πιο σκληρή ορφάνια δεν  είναι όταν χάνεις τους δικούς σου . Είναι όταν δεν έχεις πού να τους κλάψεις . Να είχες τουλάχιστον έναν τάφο , μια χούφτα χώμα να τους λες τον καημό σου .  

Όλοι τους είχαν αφήσει πίσω παιδιά . Ανήλικα. Άλλα που δεν πρόλαβαν να πουν « πατέρα» κι άλλα που έμαθαν τη λέξη μόνο μέσα από φωτογραφίες  και διηγήσεις . Όλες έμειναν με την απορία ,ότι ίσως γυρίσουν . Αλλά δεν γύρισε κανείς . Ούτε γράμμα ,ούτε είδηση . Μόνο σιωπή . Και τα παιδιά μεγάλωσαν με  τη σιωπή αυτή να σέρνεται πίσω τους σαν σκιά . Άκουγαν το όνομα του πατέρα σαν προσευχή . Και στα μάτια τους καθρεφτίζονταν η απορία και οι ερωτήσεις που δεν είχαν απαντήσεις .  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή