Η Σιωπή του Εμφυλίου – Μέρος 1ο 

Η Σιωπή του Εμφυλίου – Μέρος 1ο 

Ο Εμφύλιος στη Νέα Δήμητρα ήταν πάντα μια σκιά ,βαριά, αόρατη και απειλητική. Ήταν το θέμα που δεν λεγόταν, δεν ψιθυριζόταν καν. Οι γονείς μας, οι παππούδες μας, όταν τους ρωτούσαμε, χαμήλωναν το βλέμμα. Μόνο μια λέξη ,θηριωδία. Τίποτε άλλο. Κι έπειτα σιωπή. Κι εμείς, παιδιά ακόμα, περιπλανιόμασταν μέσα σε εκείνη τη σιωπή , σαν μέσα σε ομίχλη. Δεν ξέραμε, αλλά νιώθαμε. Κάτι είχε γίνει. Κάτι βαθύ, τρομακτικό, ανείπωτο. 

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσαμε. Οι παιδικές φωνές έδωσαν τη θέση τους σε ερωτήσεις. Άρχισα να ρωτώ. Δειλά στην αρχή, έπειτα με περισσότερη επιμονή. Και τότε, άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου ένα κουβάρι πονεμένων ιστοριών. Ένα κουβάρι με κόμπους,  ονόματα που δεν ξανακούστηκαν, σπίτια που έμειναν έρημα, μητέρες που δεν ξανάγγιξαν τα παιδιά τους. 

“Ο Γιώργος … τον πήραν από το χωράφι του , δεν ξαναγύρισε.” 

“Ο Αδάμ… φίλος  με τον άλλον, κι όμως τον κατηγόρησε.” 

“Η Φωτεινή… έκλαιγε μια ζωή, όχι μόνο για τον άντρα της και τον γιο της  αλλά για ό,τι χάθηκε μαζί τους” 

Αίμα, δάκρυ, φαρμάκι. Στο χώμα της Νέας Δήμητρας είναι θαμμένες όχι μόνο οι ζωές, αλλά και τα λόγια. Οι φωνές που δεν ακούστηκαν ποτέ. Οι κραυγές που πνίγηκαν από φόβο. Από ντροπή. Από την αγωνία της επιβίωσης. 

Κι εγώ; Κι εγώ ακόμη και τώρα, χρόνια μετά, το αγγίζω αυτό το θέμα με τρόμο. Φοβάμαι μήπως ξυπνήσω μνήμες που πονούν. Μήπως ξύσω πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ. 

Αλλά όχι. 

Δεν θέλω να φοβάμαι πια. Δεν θέλω να σωπαίνω, όπως σώπαιναν εκείνοι. Γιατί δεν γράφω για να αποδώσω ευθύνες, ούτε για να καταδείξω ενόχους. Γράφω για να θυμόμαστε. Για να μάθουν οι νεότεροι πόσο φρικτός μπορεί να είναι ο αδελφοκτόνος πόλεμος. Για να μην επαναληφθεί. 

Η μαύρη αυτή σελίδα της ιστορίας του χωριού μας, πρέπει να διαβαστεί. Να ειπωθεί, να πονέσει και τελικά να λυτρώσει. Μέσα απ’ τη μνήμη, ίσως έρθει η κάθαρση. Όχι με μίσος,  μα με αλήθεια. Για τον Γιώργο , τον Ανδρέα , τον Σπύρο,  …Για όλους εκείνους τους νεκρούς και ζωντανούς, που κουβάλησαν στις πλάτες τους, το ασήκωτο βάρος ενός διχασμένου έθνους.    

Ο Εμφύλιος πόλεμος άφησε πίσω του πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ. Δεν ήταν μόνο οι σφαίρες και οι κραυγές στα βουνά, αλλά και η σιωπή στα σπίτια, τα βλέμματα που δεν αντάμωναν πια στην πλατεία του χωριού, τα μνήματα που έμειναν χωρίς σταυρό και όνομα. Ο διχασμός δε χαράχτηκε μόνο στην ιστορία του τόπου, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. 

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσα δε λέγονταν, γεννήθηκε ένα ημερολόγιο. 

Ένα παλιό τετράδιο, ξεχασμένο σε ένα σεντούκι, γεμάτο λέξεις που κάποιος κάποτε τόλμησε να γράψει, όταν οι άλλοι σιωπούσαν. Σελίδες κιτρινισμένες από τον καιρό, αλλά ζωντανές από τη μνήμη. Είναι το ημερολόγιο της μαύρης εποχής του Εμφυλίου στο χωριό μας , μαρτυρία και καταφυγή, ντοκουμέντο και εξομολόγηση. Σε αυτό στηρίχτηκε τούτο το κείμενο. Για να ειπωθούν όσα έμειναν στη σκόνη, για να ανασάνουν όσοι δεν πρόλαβαν να μιλήσουν. 

Η Άννα καθόταν μπροστά από το τραπέζι, το τετράδιο ανοιχτό μπροστά της και τα λόγια της  πλημμύριζαν το δωμάτιο. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, λες και το ίδιο το χωριό είχε αρχίσει να αναστενάζει και να ψιθυρίζει ξανά τις ξεχασμένες του πληγές. Η Άννα σκεφτόταν τις σκηνές που διάβαζε, τον πόνο και τον φόβο των ανθρώπων που είχαν ζήσει την αδικία και την αγωνία του εμφυλίου. Σιωπηλά, αισθανόταν τη συναισθηματική ένταση του τετραδίου να τη διαπερνά, να τη μεταμορφώνει, καθώς συνειδητοποιούσε το βαρύ φορτίο που είχε κουβαλήσει ο κόσμος γύρω της όλα αυτά τα χρόνια. 

Ήταν τότε που αποφάσισε να φτάσει στην καρδιά της ιστορίας. Δεν ήθελε μόνο να μάθει, αλλά να κατανοήσει τη σημασία της αποσιώπησης που είχε επικρατήσει. Οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν απλώς παρελθόν, ήταν ζωντανά παραδείγματα της συνέπειας των επιλογών, των σιωπών , που ο κόσμος προσπαθούσε να κρύψει. 

Διάβαζε και ξανά διάβαζε τα αποσπάσματα από το τετράδιο και  άρχιζε να ξεδιπλώνει την οδυνηρή ιστορία του χωριού. 

Έφτασε σ’ εκείνο το σημείο του τετραδίου της , όπου  έγραφε για τη στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα του κόσμου γύρω της, να αναγνωρίσει τον πόνο και τις τραγωδίες, χωρίς να κλείνει τα μάτια μπροστά τους. Στην απογοήτευσή της, η Άννα διατύπωνε την ανάγκη να ξεπεραστεί η σιωπή και να αντιμετωπιστούν οι αλήθειες του παρελθόντος, όχι με στόχο να δικαιολογηθούν οι δράστες ή να αναγνωριστεί η αθωότητα, αλλά για να δοθεί τέλος σε έναν κύκλο αίματος και διχασμού. Είχε πλέον κατανοήσει τη σημασία του τετραδίου, όχι απλώς ως καταγραφή γεγονότων, αλλά ως προσωπική αποστολή της , να διασώσει τη μνήμη του χωριού, να τη μεταδώσει και στις επόμενες γενιές. Μια αποστολή όχι για την εξιλέωση, αλλά για την αλήθεια, την αποδοχή και την αποφυγή επανάληψης των ίδιων λαθών. 

Η Άννα ήξερε ότι αν κάποιος μπορούσε να κατανοήσει αυτή τη διαδρομή, τότε ήταν εκείνη σαν μια πρόσκληση να συνεχίσει το έργο της αποκατάστασης του παρελθόντος. Και αν το τετράδιο ήταν γραμμένο με σκοπό να αναδείξει το δίκαιο και το άδικο της ιστορίας, η Άννα ένιωθε πως έπρεπε να το φέρει στο φως, όχι με φόβο, αλλά με την αποφασιστικότητα της αλήθειας. 

Από εκείνη τη στιγμή, η ιστορία του χωριού δεν ήταν πλέον ένα κεφάλαιο κλειστό και ξεχασμένο. Ήταν μια ζωντανή πραγματικότητα, μια ανοιχτή πληγή που έπρεπε να την αφήσει να θεραπευτεί, να κατανοηθεί και να μην επαναληφθεί. Η Άννα αποφάσισε να μοιραστεί τις ιστορίες αυτές με το χωριό, να μην αφήσει το φόβο να υπαγορεύσει τη σιωπή του . Έμοιαζε να ακούει τη φωνή της μέσα της , να την προειδοποιεί: “Μην αφήνεις το παρελθόν να γίνει σκιά . Φώτισε το, για να μην ξεχαστεί.” 

Με αυτές τις σκέψεις, η Άννα αισθάνθηκε έτοιμη να μιλήσει, να γράψει και να αποκαλύψει τις ιστορίες του χωριού, χωρίς να αφήσει τίποτα να παραμείνει θαμμένο. 

Η Άννα, με κάθε νέο απόσπασμα, βρίσκεται μπροστά σε ιστορίες που ήταν θαμμένες για χρόνια, ιστορίες που έμειναν σιωπηλές στο σκοτάδι του χωριού και της εποχής. Κάθε νέο κείμενο δεν αναφέρεται μόνο σε γεγονότα, αλλά και σε συναισθήματα και εσωτερικές αντιφάσεις που ποτέ δεν είχαν φωνή. 

«Περπατούσα  στην Πλατέα  του χωριού όταν άκουσα την αψιμαχία. Δεν ήταν όπως τις άλλες φορές. Αυτή τη φορά, ήταν κάτι πιο έντονο, κάτι που έσκιζε την ατμόσφαιρα σαν μαχαίρι. Ο θόρυβος από τα χτυπήματα . Ο Αδάμ χτυπήθηκε και βρέθηκε μπροστά στην αυλή του πεταμένος .  Ο Γιάννης του  ,ο Νίκος του  και η Θεοπούλα του  έφυγαν μακριά . Ο Γιάννης εκτελέστηκε  στο δρόμο . Και πίσω ; Μια μάνα που έκλαιγε μέχρι τα βαθιά της γεράματα και αδέλφια που έζησαν με τον πόνο και τον φόβο . Έφυγαν και δεν έστρεψαν το βλέμμα ,γιατί αν το έκαναν θα  πάγωναν .Μπήκαν στον δρόμο τον δύσκολο ,εκείνον που τον έλεγαν “παραπέτασμα” ,και ήταν λέξη που έκρυβε χιόνι ,ξενιτιά , σιωπή , απώλεια ταυτότητας . Μα έζησαν .Κι ας πονούσαν . Γιατί ήξεραν πως σε κάθε ανάσα κουβαλούσαν αυτούς  που χάθηκαν .  

Κάποιοι είδαν  και έκλεισαν  τα παράθυρα. «Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν», σκέφτηκαν. 

Τι ήξερα εγώ για  τότε; Ο κόσμος μας φαινόταν μικρός, ασφαλής και απλός. Σήμερα καταλαβαίνω πόσο ακριβώς μας οδήγησε η σιωπή και η αποδοχή του άδικου, της αδικίας που έκαναν οι ίδιοι μας οι άνθρωποι, οι αδελφοί μας. Τα λόγια δεν είχαν πια νόημα. Μόνο τα όπλα μιλούσαν πια. 

Η γιαγιά  μου με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Δεν μιλούσε. Απλώς έπλεκε, χωρίς να κοιτάζει το έργο της. Οι γείτονες δεν μιλούσαν πια. Δεν υπήρχε πια χώρος για τα χαμόγελα ή για τα τραγούδια του καλοκαιριού. Ο πόλεμος, όπως ο πόνος, μπήκε στις ζωές τους και δεν είχε σκοπό να φύγει. 

Τον  Κωνσταντή ,τον πήραν ένα βράδυ  και τον σκότωσαν . Δεν τον βρήκε κανείς και η Μαργιόρα τον περίμενε πάντα . Τα παιδιά της ζούσαν μέσα στο φόβο ,δεν μίλησαν ποτέ .  

Η Άννα σήκωσε το βλέμμα από το τετράδιο. Ένα βαρύ συναίσθημα την είχε πλημμυρίσει. Είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πως αυτή η σιωπηλή, πονεμένη ιστορία του χωριού δεν ήταν απλώς μια σειρά από γεγονότα. Ήταν μια ιστορία που έβγαινε από την ψυχή των ανθρώπων και σμίλευε τη ζωή τους με τρόπους που δύσκολα μπορούσε κανείς να καταλάβει χωρίς να την έχει ζήσει. 

Το τετράδιο της Άννας , ήταν γεμάτο με αλήθειες, που το χωριό φοβόταν να αντιμετωπίσει. Η Άννα καταλάβαινε πως κάθε σελίδα, κάθε λέξη, ήταν ένα κομμάτι της κληρονομιάς που η ίδια έπρεπε να διαφυλάξει, για να μην ξεχαστεί ποτέ το κόστος του πολέμου, του πόνου και της σιωπής που ακολουθεί τα γεγονότα του παρελθόντος. 

Κάθε απόσπασμα ήταν ένα κομμάτι του  παζλ ,που έκανε την σιωπηλή ιστορία του χωριού μας .  

Μια νύχτα, στη Νέα Δήμητρα, σαν να είχε πάρει το χρώμα της φωτιάς . Στην Πλατέα της σκότωσαν τον Αριστείδη , μέσα στο σκοτάδι τον πέρασαν για άλλον . Τους μπέρδεψε η χλαίνη . Και έχυσαν το αίμα του . Η άλλη μέρα που ξημέρωσε ήταν γεμάτη σκοτεινά σύννεφα . Ο πόλεμος είχε ήδη μπει στις καρδιές τους ,μιλούσαν χωρίς λόγια , 

ρωτούσαν χωρίς ελπίδα . Δεν μίλησε κανείς . Μόνο κραυγές από τους δικούς του .  

Το τετράδιο της Άννας ,έγραφε κι άλλα . Κάθε απόσπασμα έφερνε μαζί του τις πτυχές μιας ολόκληρης γενιάς, που έζησε το παράλογο του πολέμου . Τον πόνο της απώλειας , τη σιωπή και την αίσθηση της αδικίας που δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια .  

Το ημερολόγιο σαν να ζητούσε να ανοίξει τις πληγές του παρελθόντος για να προχωρήσει μπροστά .  

Η ώρα της αλήθειας δεν έρχεται ποτέ εύκολα . Σιωπή παντού ,όλοι σιωπούν . Όλοι κλείνουν τα μάτια και προσεύχονται .  Εκείνη την ημέρα που τους πήραν, τους είδαν αρκετοί . Τον Γιώργο , τον Σίμο , τον Σταύρο ,  τον Ανδρέα , τον Σπύρο ,τον Βασίλη , τον Κωνσταντή, έναν γραμματέα του χωριού μας και τη δασκάλα Σοφία, την γυναίκα του  .Εννιά άτομα στο Μαυρονέρι .  Εκείνη την ημέρα υπήρχε μόνο απόγνωση  και  βλέμματα , γεμάτα με την απόφαση να φτάσουν στο τέλος , χωρίς να κοιτάξουν πίσω . Εννιά άτομα . Εννιά ψυχές . Τις πήγαν στο Μαυρονέρι . Όχι για να σωθούν ,αλλά για να σβηστούν . Κι όμως, στο κιτρινισμένο βιβλίο , το ληξιαρχικό, το παλιό ,το γεμάτο αναστεναγμούς , εκεί υπάρχουν ακόμα . Οι πράξεις θανάτου τους ,γραμμένες με το χέρι, με μελάνι που πάει να σβήσει , μα δεν ξεχνιέται. Γραμμές λιτές , ψυχρές. Μα όταν διαβάζεις την πρώτη στήλη ,εκεί που λέει “Δηλών”, η καρδιά ραγίζει.  Είναι το όνομα της γυναίκας που δεν πρόλαβε να χαιρετήσει . Είναι η υπογραφή της χήρας , που έβαλε το χέρι της να δηλώσει το θάνατο του άνδρα  της ,από σφαίρα, οργή και μίσος . Κάθε όνομα που γράφτηκε εκεί στα κιτρινισμένα χαρτιά, είναι κραυγή . Και η κραυγή ,όσο κι αν την θάψεις , επιστρέφει.  

Εκεί μέσα είναι γραμμένη η Χρυσή , η Θεοδοσία , η Φωτεινή , η Λαμπρινή και  η άλλη Φωτεινή .  

Αυτό το ημερολόγιο έκρυβε τις μνήμες μιας άλλης εποχής ,αλλά και την αθέατη πραγματικότητα που επικρατούσε στο μικρό χωριό μας . Το σκοτάδι που ποτέ δεν παραδεχθήκαμε . Το σκοτάδι που πάντα κρυβόταν πίσω από την καθημερινότητα και τη ζωή που φαινόταν να συνεχίζεται αδιάκοπα . 

Κάποιοι άνθρωποι είχαν νιώσει όλοι τον ίδιο πόνο και βρέθηκαν ανάμεσα στις σκιές του πολέμου . Στο κέντρο όλων αυτών βρισκόταν η συντριβή της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν η μοίρα δεν αφήνει περιθώρια .  

Και κάποιος , έπρεπε να μιλήσει για όλους εκείνους,  που δεν μπορούσαν να μιλήσουν .  

Για τον Γιώργο ,που τον πήραν από το χωράφι ,εκεί όπου όργωνε με τα βόδια του , με το χώμα ακόμα νωπό κάτω από τα νύχια του και τον ιδρώτα να κυλάει στη ράχη του . Δεν πρόλαβε να καταλάβει . Φορούσε ακόμα τα γουρουνοτσάρουχά του, τα παπούτσια του μόχθου , της γης που πονούσε μαζί του . Ήταν Νοέμβριος και η γη άνοιγε για να δεχτεί τον σπόρο , μα εκείνον τον ξερίζωσαν από τον κόσμο σαν να ήταν άχρηστος . Η μάνα του, η Κοκκώνη και η γυναίκα του, η Χρυσή, σαν το  έμαθαν ,τραβούσαν τα μαλλιά τους . Και σιωπή.  Για χρόνια .  

Για τον Στέργιο, το 1944, που εκλιπαρούσε να μην  σκοτώσουν τον γιό του, τον Χριστόδουλο . Όρθιος κάποτε , βράχος για την οικογένειά του , τον θυμούνται να παρακαλά . ” Όχι το παιδί μου ,εμένα πάρτε”.  Ένας πατέρας να δίνει το κορμί του αντί για  του γιού του . Μα το αίμα ,όπως και η θυσία δεν σταματούν με λόγια . Ο Στέργιος παρακαλούσε και ύστερα ήρθαν και για τον ίδιον , την ίδια ώρα. Ίδιο χέρι , ίδια σιωπή . Τον σκότωσαν κι αυτόν . Για να μην έχει ποιος να θυμάται . Μα δεν τα κατάφεραν . Τον θυμόμαστε όλοι .  

 Και ο Θανάσης που τον δολοφόνησαν και ο αδελφός του ο Νίκος , το 1949, που τον πέρασαν από στρατοδικείο παρωδία, παραμονές Πάσχα . Εκτελέστηκε με μια κατηγορία φτιαγμένη ,όπως φτιάχνονται τα ψέματα .  

Ύστερα ήρθαν κι άλλοι  …Ο Σπύρος και ο γιος του ,ο Ανδρέας ,το 1944.  Τους πέρασαν από βασανιστήρια φρικτά ,πιο πέρα από το ανθρώπινο.  Μα δεν λύγισαν . Πατέρας και γιος, μαζί . Στο Μαυρονέρι . Ανάμεσα στους εννιά της ημέρας εκείνης . Εννιά ψυχές ,ένα μαρτύριο ,μια κοινή μοίρα . Η δικαιοσύνη άργησε , δεν ήρθε ποτέ ,η μνήμη όμως δεν ξεχνά . Τιμώνται σιωπηλά ,με ένα λουλούδι, ένα δάκρυ ,ένα σταυροκόπημα . 

  Σε κάθε έναν που ρωτά “ποιοι ήταν αυτοί ;” απαντάμε ” Ήταν δικοί μας . Ήταν εμείς .”  

Συνεχίζεται… 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή