Η Ράφτρα Δόμνα της Νέας Δήμητρας  

Η Ράφτρα Δόμνα της Νέας Δήμητρας  

Ήταν η Δόμνα Παπαδοπούλου (1908-1998),  η κόρη του Παναγιώτη και της Βασιλικής , εγγονή του παπά Απόστολου,η αδελφή του Παπαδά Απόστολου , που ήρθε πρόσφυγας με τον παππού της ,τα αδέλφια της  και τους γονείς της από τις Καστανιές της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης. Τα αδέλφια της ήταν ο Παπαδάς Απόστολος , η Ζωίτσα στην Γέφυρα Θεσσαλονίκης, η Χρυσαυγή στην Τούμπα Παιονίας , η Αμαλία Γεωργιάδου στην Νέα Δήμητρα και η άτυχη Καλλιόπη,  η μητέρα του Βασίλη Γιάγκογλου της Νέας Δήμητρας. 

Όταν το καράβι τους έδεσε στο λιμάνι, το κύμα έφερε μαζί του τη μυρωδιά του ψωμιού της Ανατολικής Θράκης, τη θαλπωρή του σπιτιού που άφησαν πίσω και τις μυστικές κουβέντες που έλεγαν οι μανάδες το βράδυ, προτού σβήσουν το καντήλι. 

Η Δόμνα μεγάλωνε στη Νέα Δήμητρα, σε μια γωνιά του κόσμου που οι πρόσφυγες έκαναν δική τους. Στη μικρή αυλή τους, κάτω από την κληματαριά, άκουγε ιστορίες για την Πατρίδα για τα τσαΐρια της Τσατάλτζας, για τις κερασιές της Άνοιξης, για τις ρίζες που άφησαν πίσω και τις πληγές που έφεραν μαζί τους. Οι γονείς της και ο παππούς  της ο παπά -Απόστολος είχαν φέρει λίγα πράγματα. Ένα εικόνισμα της Παναγιάς, λίγες εικόνες στα κουτιά κι ένα κομμάτι γης χωμένο βαθιά στις καρδιές τους. 

Η γιαγιά της, η παπαδιά Καλλιόπη, έφυγε νέα από τη ζωή και έμεινε θαμμένη στα χώματα της Πατρίδας, λες και κρατούσε εκεί ένα κομμάτι του σπιτιού τους. Ο παπά- Απόστολος, με τη θλίψη στα μάτια αλλά και το πείσμα του ιερέα που ξέρει να κρατά τους ανθρώπους όρθιους, έφερε την οικογένεια στη Νέα Δήμητρα. Εγκαταστάθηκαν κοντά στην εγγονή του την Καλλιόπη που είχε το όνομα της γιαγιάς της, της παπαδιάς , μα η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Η Καλλιόπη είχε τη μοίρα της γιαγιάς της και έφυγε νωρίς και η ίδια ,αφήνοντας ορφανό το παιδί της, τον Βασίλη Γιάγκογλου .  

Η Δόμνα Παπαδοπούλου ,  η αδελφή του Παπαδά ,μεγαλώνοντας, είχε στα χέρια της το χάρισμα των γυναικών της οικογένειάς της.  Έπιανε το ψαλίδι και την κλωστή σαν να κράταγε ένα κομμάτι ζωής. Στην κάμαρα με τα κουτιά από χαρτόνι, τις κούκλες από ύφασμα και τα ραφτικά, γίνονταν θαύματα. Εκτός από μοδίστρα ήταν και καλή κεντήτρα . Τα τραπεζομάντηλα, τα κουρτινάκια ,τα σεντόνια και τα καρεδάκια γέμιζαν με δύσκολα σχέδια, φύλλα ελιάς, στάχυα, πουλιά και λουλούδια. Ήταν σαν να κεντούσε τις αναμνήσεις που έπαιρναν μορφή πάνω στο λευκό ύφασμα. 

Η Δόμνα έγινε η πρώτη μοδίστρα της Νέας Δήμητρας. Στο σπίτι της, μια ξύλινη ραπτομηχανή μ’ έναν ήχο που έμοιαζε με τραγούδι. Το πόδι της πατούσε το πετάλι και το ύφασμα κυλούσε κάτω από τη βελόνα σαν ποτάμι. Τα φορέματα που έραβε δεν ήταν μόνο ρούχα. Ήταν φτερά για τις γυναίκες του χωριού, ήταν περηφάνια και γιορτή. Στις φωτογραφίες της εποχής, ασπρόμαυρες κι αχνές, φαίνονται τα φορέματα με τις πιέτες, τις τσέπες, τις κορδέλες στη μέση. Φορέματα που έδιναν χάρη σε σώματα που είχαν κουραστεί από την προσφυγιά, που έψαχναν λίγη χαρά. 

Η Δόμνα έδινε και μαθήματα κοπτικής και ραπτικής. Στο φτωχικό σπιτάκι του Παπαδά σε ένα δωμάτιο μαζεύονταν τα κορίτσια του χωριού και μάθαιναν την τέχνη . Αργότερα έφυγε στη Θεσσαλονίκη και εκεί σε ένα δωμάτιο του σπιτιού της φιλοξενούσε για μαθήτριες της . Ακόμα και από τις Καστανιές, συγγενείς της, μαθήτευσαν κοντά της .  

Η τεχνική της Δόμνας έγινε θρύλος. Όλες οι γυναίκες πήγαιναν σ’ αυτήν,  η Σμαρούλα του Εσκιόγλου, η Αφροδίτη του Γκόγκου , η Βασιλική του Τριανταφυλλίδη, η Χρυσίτσα της Καλής του Παναγιωτίδη, η Χρυσώ της Πολυξένης του Μήττα.  Ακόμα και ξαδέλφες  της Ζωηράς από τα Αμάραντα και το Μοναστηράκι Σερρών. Η θεία Ζωηρά η Χατζοπούλου  θυμόταν πάντα πως πήγαινε με τη μάνα της, την Ανδρονίκη και τις έραβε τα ωραία ταγιέρ . Διάλεγαν μαζί τα υφάσματα που έφερνε ο μπαμπάς της,ο Μπόσκος  από το Κιλκίς ή τη Θεσσαλονίκη.  Ταφτάδες και κρεπ, σατέν και λινά, λαχούρια και μπροκάρ που έδιναν ζωή σε κάθε βελονιά. 

Μα η Δόμνα δεν έραβε μόνο ρούχα. Έραβε ιστορίες, έραβε χαμόγελα, έραβε την περηφάνια μιας οικογένειας που δεν λύγισε ποτέ. Μέσα σε κάθε φόρεμα, έκρυβε ένα κομμάτι από το τραγούδι της μάνας της, από τις μνήμες του παπά Απόστολου, από τον ήχο της θάλασσας στο ταξίδι τους προς τη Νέα Δήμητρα. 

Τα χρόνια πέρασαν. Η Δόμνα έφυγε και έφτιαξε αλλού την οικογένειά  της και η ραπτομηχανή της σώπασε. Μα οι παλιές γυναίκες, όταν ανοίγουν τα σεντούκια τους, βρίσκουν ακόμα τα φορέματα που τους έραψε. Τα αγγίζουν με τα ροζιασμένα τους δάχτυλα και θυμούνται. Θυμούνται τα φουστάνια που έραψε η Δόμνα, κι εκείνη τη μικρή κάμαρα που μύριζε υφάσματα και όνειρα. 

Γιατί η ράφτρα Δόμνα έραψε μνήμες. Έραψε την Πατρίδα που κουβαλούσε πάντα στην καρδιά της. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή