Η  Πολυξένη της Νέας Δήμητρας  

Η  Πολυξένη της Νέας Δήμητρας  

Η γιαγιά Πολυξένη ήρθε πρόσφυγας από το Λαζάρκιοΐ, έναν τόπο που άφησε πίσω της με πόνο ,αλλά κουβαλούσε  πάντα μέσα της σαν μια ανεξίτηλη ανάμνηση .Μαζί με τον Κυριάκο της, έναν άντρα λιγομίλητο, που κουβαλούσε στην πλάτη του το βάρος της ξενιτιάς. Τα χέρια της, δυνατά και σκληρά από το ζύμωμα, δεν έμαθαν ποτέ να ξεκουράζονται. 

Στο νέο τους χωριό που το ονόμασαν Νέα Δήμητρα , το σπίτι της γρήγορα έγινε σημείο συνάντησης. Εκεί, στη μεγάλη πετρόχτιστη αυλή, ήταν ο φούρνος της. Ένα στόμα αχόρταγο, που κάθε μέρα κατάπινε ζυμάρια και έβγαζε  ψωμιά μυρωδάτα. Οι γειτόνισσες έφερναν το δικό τους ζυμάρι, κι εκείνη, με μια κίνηση σίγουρη, το έβαζε να φουσκώσει, να ψηθεί, να γίνει τροφή για τις οικογένειές τους. Η πληρωμή της; Ένα ψωμί από κάθε σπίτι. Όχι χρήματα, ποτέ δεν ζήτησε. Της αρκούσε να ξέρει πως κανείς στο χωριό δεν θα έμενε νηστικός. 

Δεν ήταν μόνο ψωμί που μοίραζε. Ήταν και ζωή. Όταν έρχονταν οι πόνοι της γέννας, οι άντρες έτρεχαν λαχανιασμένοι να τη φωνάξουν. Κι εκείνη, με μια τσάντα γεμάτη βότανα και καθαρά πανιά, έφτανε πάντα στην ώρα της. Με χέρια που ήξεραν να παρηγορούν, να καθοδηγούν, να φέρνουν στον κόσμο μια νέα ψυχή. Έτσι την έμαθε η Καρνέτατζη, η φίλη της η  μαμή, που την εμπιστευόταν πάντα . Με μια τσάντα γεμάτη βότανα , καθαρά πανιά και τη σοφία αιώνων ,έφτανε πάντα στην ώρα της . Τα χέρια της ήταν δυνατά από το ζύμωμα, αλλά ήξεραν να γίνονται απαλά για  να χαϊδεύουν τα μέτωπα των επίτοκων , να παρηγορούν , να καθοδηγούν .Κι όταν, ύστερα από αγωνία και πόνο ,ένα νέο κλάμα πλημμύριζε το δωμάτιο , τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα χαράς.   

Κι όμως, η γιαγιά Πολυξένη τα προλάβαινε όλα. Το βράδυ, αφού έσβηνε η φωτιά στον φούρνο κι αφού είχε σιγουρευτεί πως κανένα μωρό δεν θα γεννιόταν εκείνη τη νύχτα, καθόταν  δίπλα στη λάμπα με το αχνό φως της   και έπλεκε. Τα δάχτυλά της έτρεχαν πάνω στο βελονάκι, τόσο γρήγορα, που προτού ξημερώσει, ένα δισκοπάνo ήταν έτοιμο. Λεπτό σαν αράχνη, με σχέδια που έμοιαζαν βγαλμένα από παλιές δαντέλες, κεντημένα με την υπομονή και την αγάπη της. Όποια γυναίκα περνούσε από το κατώφλι της, δεν έφευγε ποτέ με άδεια χέρια. Ένα δισκόπανo ήταν το δώρο της, μαζί με μια κουβέντα γλυκιά, μια ευχή, μια ιστορία για τα παλιά. 

Έτσι ήταν η γιαγιά Πολυξένη. Μια γυναίκα που ήξερε να ζυμώνει και να δίνει, να φροντίζει και να μοιράζεται. Μια γυναίκα που, σαν το ψωμί της, άφησε τη ζεστασιά της στις ζωές όλων όσων τη γνώρισαν. 

Η Πολυξένη Τσιφτσή, η κόρη του Πέτρου και της Μαργιόρας, γεννήθηκε  το 1902, στο Λαζάρκιοΐ της Επαρχίας Μετρών (Τσατάλτζας) της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, της Ανατολικής Θράκης . Ήρθε στην Νέα Δήμητρα σε ηλικία 22 ετών , πρόσφυγας με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης . Ο αδελφός της Μήνας και άλλοι συγγενείς της ήταν στην Κερκίνη Σερρών. Η Πολυξένη ήταν παντρεμένη ακόμη από το Λαζάρκιοΐ , με τον Κυριάκο Μήττα( 1893-1956), γιό του Ζαφείρη Μήττα και της Χρυσής Κυριακίδου. Ο Κυριάκος απεβίωσε νέος και η  Πολυξένη έμεινε μόνη να   παλεύει για  την ζωή . Η Πολυξένη  και ο Κυριάκος απέκτησαν εφτά παιδιά : Μόλις εγκαταστάθηκαν  στη Νέα Δήμητρα η Πολυξένη γέννησε την Ζωή (1924) και  αργότερα  τον Γαληνό (1926-1926), την Πηνελόπη (1938-1928), την Αλίκη (1930), τον Απόστολο (1933), την Μαργιορή(1935), την Χρυσή ( 1937). 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

 Έτος 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή