Η Πλεξούδα της Λίζας
Η Ελισσάβετ, που όλοι την φώναζαν Λίζα, κράτησε στην αγκαλιά της ένα ξημέρωμα το πρώτο της παιδί , ένα αγοράκι, αφράτο σαν το ψωμί που φουσκώνει στη γωνιά του φούρνου και μοσχοβολά το σπίτι ολόκληρο.
Όμως, όσο η Λίζα το έπλαθε μες στα σπλάχνα της, το δικό της πρόσωπο θάμπωσε. Εκεί που κάποτε ήταν λείο σαν το τριαντάφυλλο που ανθίζει την αυγή, τώρα ήταν γεμάτο μικρές σκιές, κηλίδες σαν λεκέδες απλωμένοι στη λευκή πορσελάνη της επιδερμίδας της. Πανάδες τις έλεγαν οι γριές του χωριού και έγνεφαν με νόημα. Γιατί, έλεγαν, «άμα η κοιλιά κρατάει αγόρι, το πρόσωπο μαραίνεται. Το λερώνονται οι γυναίκες για να λάμψουν τα παλικάρια».
Κι έτσι η Λίζα, κάθε που έπλενε το πρόσωπό της στον καθρέφτη, έβλεπε τα χρώματα που άφηνε το αγόρι της πάνω της , σημάδια πως μέσα της έσφυζε η νέα ζωή. Δεν παραπονέθηκε, μόνο χαμογελούσε, κι ας της θύμιζε ο καθρέφτης πως τίποτα δεν μένει αλώβητο από τη γέννα.
Όταν πια γεννήθηκε το αγοράκι και άνοιξε τα μικρά του μάτια στον κόσμο, ήρθε η αδελφή του άντρα της ,η Λίζα και της ψιθύρισε ένα μυστικό παλιό όσο κι οι πέτρες του χωριού.
«Λύσε την πλεξούδα σου, Λίζα μου. Άφησέ την να πέσει στα χέρια σου και μ’ αυτήν να τρίψεις το πρόσωπό σου. Όλο, απ’ το μέτωπο ως το πηγούνι. Έτσι να φύγουν οι πανάδες. Έτσι να καθαρίσει το πρόσωπό σου, σαν να μην άγγιξε ποτέ η εγκυμοσύνη την ομορφιά σου».
Κι εκείνη υπάκουσε . Τίποτε πιο ιερό απ’ το λόγο που περνά από μάνα σε μάνα, από γυναίκα σε γυναίκα. Λύθηκε η πλεξούδα, ξεδιπλώθηκαν τα μαλλιά και αγκάλιασαν το κουρασμένο δέρμα και η Λίζα έτριβε.
Ο καιρός κύλησε κι αν ήταν το τρίψιμο ή ο χρόνος που γιατρεύει, κανείς δεν το ’μαθε ποτέ. Οι πανάδες χάθηκαν και το πρόσωπο της Λίζας ξανάγινε φωτεινό ,αλλά τώρα ήταν άλλο πρόσωπο. Είχε μέσα του την κούραση, τη θυσία, το φως της μητρότητας. Ένα δέρμα που έμαθε να αγαπά ακόμη και τα σημάδια του.
Κι η Λίζα, σαν έπιανε το παιδί της στην αγκαλιά, ήξερε πια πως οι γυναίκες κρατούν μυστικά κρυμμένα στις πλεξούδες τους. Μυστικά που αφήνουν πίσω τους μόνο ιστορίες για να λένε οι επόμενες, όταν έρθει κι η δική τους σερά.
Τα χρόνια πέρασαν, μα η Λίζα ποτέ δεν ξέχασε εκείνη την πλεξούδα. Κάθε που χτένιζε τα μαλλιά της και τα έπλεκε , θυμόταν την πρώτη φορά που τα έβαλε πάνω στο μάγουλό της για να ξορκίσει τον λεκέ.
Σαν μεγάλωσε το αγοράκι, που όλοι το φώναζαν Κώστα , μεγάλωσε κι ο κόπος της, αφού άλλες σκοτούρες ήρθαν να σημαδέψουν το πρόσωπό της, άλλες χαρές να το γλυκάνουν. Τα βράδια, σαν καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και τον κοίμιζε, έσκυβε πάνω του και του ψιθύριζε παραμύθια που δεν ήταν γραμμένα σε χαρτί , αλλά φυλαγμένα στο δικό της στόμα, μάθημα από τις γριές που ήξεραν να λένε χωρίς να διαβάζουν.
Του έλεγε για τα μαλλιά που είναι φυλαχτό , πως οι γυναίκες τα αφήνουν να μακραίνουν όχι μονάχα για την ομορφιά, μα για να δένουν μ’ αυτά τα ξόρκια τους, τα τάματα, τις κρυφές ελπίδες.
Κι όταν πια ήρθαν τα χρόνια κι ο Γιάννης έγινε παλικάρι, και παντρεύτηκε κι εκείνος, η Λίζα βρήκε μια μέρα τη νύφη της να κάθεται στο κατώφλι , νέα, ξέγνοιαστη, μα με τον ίδιο φόβο που είχαν όλες: «Θα γεμίσω κι εγώ κηλίδες;» τη ρώτησε.
Η Λίζα χαμογέλασε .
«Όταν έρθει η ώρα», της είπε, «μην φοβάσαι τίποτα. Θα λύσουμε τα μαλλιά σου , να τα τρίψουμε στο πρόσωπό σου. Ό,τι άφησα σε σένα θα το αφήσεις στην επόμενη. Κι έτσι θα πηγαίνει, όσο οι γυναίκες γεννούν κι ελπίζουν κι όσο τα μαλλιά μας μένουν μακριά σαν ιστορία».
Κι έτσι, στην αυλή εκείνου του σπιτιού, ακούστηκε ξανά ένα παλιό μυστικό που ταξίδευε από στόμα σε στόμα, τυλιγμένο σε μαλλιά πλεγμένα με αγάπη. Κανείς δεν ήξερε στ’ αλήθεια αν έδιωχνε τις πανάδες ή αν απλώς παρηγορούσε την ψυχή .
Γιατί, στο τέλος, η Λίζα το ήξερε καλά. Δεν είναι οι κηλίδες που μένουν ,είναι τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους οι γυναίκες σαν περνούν. Και το παιδί που κρατάς στην αγκαλιά είναι το μόνο σημάδι που αξίζει να φαίνεται για πάντα.
Κι έτσι έμενε η ευχή. Κι η ιστορία ταξίδευε. Κι οι γυναίκες γεννούσαν, έπλεκαν, έλυναν κι ο κόσμος προχωρούσε.
Κι αν τύχει και δεις μια γυναίκα με μακριά μαλλιά να τρίβει το πρόσωπό της κάτω από το φως του ήλιου, μη γελάσεις. Στάσου και χαιρέτησέ την. Γιατί εκείνη τη στιγμή γεννιέται ξανά ο κόσμος και η Λίζα, κάπου στο βάθος, χαμογελάει.
Κι όλα αυτά δεν τα έπλασα από το μυαλό μου. Τα άκουσα από την ίδια τη Λίζα Χασεκίδου, που φύλαξε το μυστικό της πλεξούδας σαν φυλαχτό για τις γυναίκες που έρχονται.
Ένα δειλινό που τα μαλλιά της μοσχοβολούσαν ακόμα μυστικά και μνήμες .