Η Πλατέα της Νέας Δήμητρας
Μέρος 1ο
Όταν η μέρα τελείωνε στη Νέα Δήμητρα, όταν ο ήλιος έγερνε πίσω από τους λόφους και το φως γλύκαινε τις σκληρές γραμμές του μόχθου στα πρόσωπα των ανθρώπων ,τότε ερχόταν η ώρα της Πλατέας .
Από τα άγρια χαράματα άρχιζαν οι γεωργικές τους εργασίες και το πήγαινε- έλα, ασταμάτητο, στα χωράφια τους. Αλέτρια ,κλαδευτήρια , ραντιστικά, άλογα , κάρα . Και μετά από αυτήν την κουραστική , καθημερινή βιοπάλη μόλις σουρούπωνε ερχόταν το αντάμωμα στην Πλατέα . Σε αυτήν την πλατεία , που την έλεγαν Πλατέα , διαμορφώθηκε ένας μοναδικός μικρόκοσμος και τα μαγαζιά της πρόσφεραν καταφύγιο από την κουραστική μέρα .Εδώ, σε αυτήν την Πλατέα φαινόταν η ουσία της καθημερινότητας και κάθε γωνιά της και κάθε πρόσωπο είχε την θέση του σε αυτήν και στις καρδιές των ανθρώπων .
Οι καθημερινοί της επισκέπτες το σούρουπο, ήταν πάντα ντυμένοι με τα καθαρά τους ρούχα και περιποιημένοι .Τα καφενεία ήταν γεμάτα κόσμο και έπιναν τον καφέ και το ούζο τους με τον μεζέ . Το ούζο το έπιναν από το πρωί οι Νεοδημητριώτες. Ήταν το μεράκι τους !
Κατεβαίνοντας από τον βορά της Πλατέας στα αριστερά συναντάμε το καφενείο του Μπόλσουρανν με το όνομα στην ταμπέλα του « ο Βοράς» …και τι Βοράς . Σαν άρχιζε ο Βαρδάρης να φυσάει , τα έριχνε όλα κάτω .
Θυμάμαι το παλιό καφενείο με τα μακρόστενα παράθυρα και τον Γιάννη Ιωαννίδη με το παρατσούκλι Μπόλσουρανν , να σερβίρει με τον γιό του , τον Κώτσο , τους καφέδες και τα ούζα με τα μεζεδάκια του .
Όταν ο καιρός το επέτρεπε ,οι θαμώνες κάθονταν έξω , κάτω από τις ακακίες, που ήταν μπροστά στον καφενέ . Ο « Βοράς» θύμωνε εύκολα και πολλές φορές τους έβγαζε όλους έξω . Οι άνθρωποι συνδέονταν με έναν ιδιαίτερο τρόπο πίνοντας το ούζο τους και οι απλές στιγμές είχαν βαθύτερη αξία στο καφενείο της εποχής εκείνης .
Δίπλα , το μπακάλικο του αγαπημένου νουνού μου, Πολυχρόνη Παρπαρά , που όποτε πήγαινα με κερνούσε πάντα ζαχαρωτά και μαντζούνια και είχε την ζεστασιά και την προσφορά . Τα ράφια του είχαν του κόσμου τα καλά : σάλτσες , καρβουνάκια , φυτιλάκια , κεριά , κονσέρβες , Κλιν για τα πιάτα , σαπούνια άσπρα και πράσινα , ένας μεγάλος δίσκος είχε τον χαλβά με τα φυστίκια , σοκολατάκια «μαργαρίτα» και δεύτερο κέρασμα και στους μεγάλους ντενεκέδες ήταν τα τουρσιά και οι ελιές , με τις μεγάλες κουτάλες «τσιτιμένες « μέσα και το αλάτι χύμα . Ο νουνός μου Πολυχρόνης με καλοσύνη και χαμόγελο μας καλωσόριζε πάντα .
Στην σειρά ήταν το κατάστημα νεωτερισμών – υφασματοπωλείο του θείου Χρήστου Παναγιωτίδη , του Μπιντίκ . Εκεί πηγαίναμε με την μαμά μου για να πάρουμε υφάσματα για την μοδίστρα , κάλτσες, και εσώρουχα . Και τι δεν είχε αυτό το μικρό μαγαζί . Ένας μικρός χώρος ήταν και είχε και πάνω όροφο και με τάξη τακτοποιημένος . Είχε και σχολικές μπλε ποδιές και άσπρους γιακάδες .Τα τόπια με τα υφάσματα ήταν λοξά τοποθετημένα και όλα τα ράφια είχαν πολλά πράγματα .Πόσο μου άρεσε εκεί. Και είχε μια ωραία μυρωδιά, καινουργίλα ,την έλεγα , από τα υφάσματα. Ο θείος Χρήστος ήταν πάντα εξυπηρετικός και υπομονετικός .
_Δυό πήχες φόδρα θα φτάσς , Χρήστο ; Ρωτούσε η μαμά μου .
_ Εγώ , Φωτούλα , να σε κόψω και λίγο παραπάνν ; Εσύ ξέρσς! « απαντούσε ο Μπιντίκς ,με την καλοσυνάτη φωνή του .
Εκεί στο μαγαζί του συναντιόμασταν με τις γυναίκες από άλλες γειτονιές .Άλλες έφευγαν , άλλες πήγαιναν .Η θεία η Φούλα η Μήττα ήρθε να πάρει ύφασμα για να ράψει την στολή της παρέλασης, για την κόρη της Μαρία. Η γιαγιά η Δροσή ήρθε να αγοράσει ύφασμα « χασέ» για να ράψει τις πάνες για το εγγονάκι της . Η θεία μου η Νούλα ήρθε να πάρει εταμίνα για κέντημα και η Στέλλα της Κερανιώς ένα ωραίο ύφασμα για να ράψει φόρεμα . Και μέχρι να κόψει το ύφασμα ο θείος Χρήστος τς νέα πήγαιναν κι έρχονταν από τις μάνες μας , που περίμεναν την σειρά τους . Το κάθε μαγαζί είχε την δική του σημασία για τους ανθρώπους του χωριού μας .
Δίπλα , το τσαγκάρικο του παππού Γιάνγκου Στεργιάδη . Η πόρτα του πάντα ανοικτή και εκείνος σκυμμένος στον πάγκο του , με τα δέρματα απλωμένα γύρω του . Ευγενικός και γλυκομίλητος μας διόρθωνε τα παπούτσια μας, με την τέχνη του, που την έφερε από την Πόλη .
Δίπλα σε μια αποθήκη του Κώτσου Γκώγκου ήταν η αίθουσα , που δινόταν το συσσίτιο στα παιδιά του σχολείου .Μακριά ξύλινα τραπέζια στην σειρά και ξύλινα παγκάκια .Εκεί απολαμβάναμε το πρωινό μας και το μεσημεριανό μας . Τότε , δινόταν συσσίτια στα παιδιά των σχολείων, σε όλη την Ελλάδα .Τα συσσίτια καλύπτονταν με χρήματα από φορολογία επί του καπνού . Ήταν έργο κοινωνικής υγιεινής στην ιστορία της ανθρωπότητας . Δεν ήταν υπόθεση φιλανθρωπίας, αλλά ήταν εκπαιδευτικός θεσμός που κράτησε έως το 1969. Και σίγουρα ξυπνάει νοσταλγικές μνήμες από την σχολική καθημερινότητα .
Το κάθε ένα μαγαζί φέρνει μνήμες και αναμνήσεις πολύ περισσότερο από απλά καταστήματα. Τα μέρη εκείνα ήταν τόποι συνάντησης , σύνδεσης και ανταλλαγής εμπειριών.
Η Πλατέα δεν ήταν μόνο πλατεία. Ήταν η καρδιά του χωριού , το μέρος που οι άνθρωποι γίνονταν ένα , που η καθημερινότητα γέμιζε από φωνές , γέλια , κουβέντες και μεζέδες . Στην Πλατέα, η ζωή κυλούσε , κι εμείς μικροί τότε ,μεγαλώναμε ανάμεσα σε καφενέδες , μαγαζιά ,τσαγκάρικα και μπακάλικα,
Φτιάχνοντας αναμνήσεις , κρατώντας μέσα μας τη ζεστασιά εκείνων των ημερών .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023