Η Πατρίδα που Χάθηκε χωρίς Αντίο . 

Η Πατρίδα που Χάθηκε χωρίς Αντίο . 

 Δεν είχαν ποτέ τους σημαίες, μα είχαν ρίζες. Δεν ύψωσαν ποτέ τους φωνές, μα είχαν φωνή. Στο Όκλαλι της Ανατολικής Θράκης, ζούσε  ο Κωνσταντής ο Αναστασιάδης ,ο Γκόντος . Έτσι τον φώναζαν από το επίθετο Γκόντος  του  πατέρα του .  

Η ζωή τους κυλούσε με ροή απλή , χωράφι, σπίτι, εκκλησία, πανηγύρι. Η Κερανιώ  η γυναίκα του, ζύμωνε τις Κυριακές, και τα παιδιά τους ,ο Αναστάσης και η  Καλλιόπη μεγάλωναν όπως μεγαλώνουν οι ελιές, με ρίζες βαθιές, φύλλα λιγοστά, καρπό πλούσιο. 

Και ξάφνου, όλα κόπηκαν δίχως πόλεμο. Ούτε βόμβες, ούτε τύμπανα. Μονάχα μια υπογραφή σ’ ένα χαρτί στη Λωζάνη και μια βαλίτσα σ’ ένα μπαούλο. Τους πήραν από τη γη τους, όχι με αίμα μα με νόμο. Τους είπαν, δεν είστε πια εδώ. Θα πάτε αλλού. Εκεί που δεν σας περιμένει κανείς ,  μα εκεί που πρέπει να ξαναγίνετε κάτι. 

Στη Νέα Δήμητρα του Κιλκίς, με τη γη άγρια και τους ανέμους ξερούς, τα Γκοντάκια  δεν κλαίγανε ,  ρίζωναν. Ο Κωνσταντίνος έσκαβε τη γη όπως σκάλιζε τις αναμνήσεις του,  με υπομονή.  Ο Αναστάσης μεγάλωνε το κοπάδι του. Η Καλλιόπη  έφερνε τη Θράκη στη ματιά της , με τα τραγούδια, με τις λέξεις που οι άλλοι είχαν ξεχάσει. 

Τα Γκοντάκια έζησαν όχι για να γράψουν ιστορία, μα για να μην την αφήσουν να πεθάνει. 

Και σήμερα, ένας απόγονός τους ανοίγει τα χαρτιά, ψάχνει τις λέξεις, φτιάχνει βιβλίο. Για να πει πως κάποτε, κάπου, υπήρχε ένα Όκλαλι. Και μέσα του, υπήρχαν άνθρωποι που δεν ζήτησαν τίποτα , εκτός από το να μείνουν εκεί που γεννήθηκαν. 

Η Ανατολική Θράκη , η πατρίδα που έφυγε χωρίς αντίο .Που χάθηκε χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη ,μόνο με μια απόφαση. 

Δεν ακούστηκε τουφέκι. Δεν φάνηκε στρατός εχθρικός να ζώνει τα χωριά. Κι όμως, η Ανατολική Θράκη χάθηκε. Όχι με μάχη. Όχι με τιμή. Μα με μια υπογραφή, με ένα όνομα σε ένα χαρτί που έγραφε «Συνθήκη». 

Οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν στην αρχή. Πήγαν το πρωί στα αμπέλια, γύρισαν το μεσημέρι, κι η γη δεν ήταν πια δική τους. Τ’ αλώνια, τα σπίτια, τα ξωκλήσια που ‘χαν βάψει με ασβέστη και ιδρώτα, όλα τώρα έπρεπε να τα αφήσουν. Ένας διοικητής διάβαζε την εντολή, και πίσω του στεκόταν η Ιστορία με βλέμμα ψυχρό. 

«Θα φύγετε. Όχι γιατί χάσατε. Μα γιατί δεν σας θέλουμε πια εδώ.» 

Πώς χάνεται μια πατρίδα χωρίς σπαθί; Πώς ξεριζώνεις ρίζες αιώνων με μια σφραγίδα; Ποιος μετράει τον πόνο ενός τόπου που δεν τον αποχαιρέτησες όπως του άξιζε; Ποιος είπε στους γέροντες πως ο τόπος που γέννησε τα παιδιά τους δεν είναι πια δικός τους; 

Στην Ανατολική Θράκη δεν έγινε μάχη. Μονάχα σιωπή. Μια σιωπή βαριά, σαν πέτρα στο στήθος, που την κουβάλησαν οι πρόσφυγες ως το Κιλκίς, τη Δράμα, τη Θεσσαλονίκη. Κι άπλωσαν εκεί νέα θεμέλια, μα πάντοτε με το βλέμμα πίσω , στον τόπο που χάθηκε άδικα. 

Και το πιο πικρό, δεν υπήρξε ήρωας, δεν γράφτηκε έπος. Μονάχα χαρτιά και συμφωνίες. Μονάχα σιωπηλές πορείες, καμήλες φορτωμένες με εικόνες, μνήμες και γυναίκες που κοίταζαν πίσω μήπως δουν το χωριό τους να περιμένει. Μα δεν το είδαν ποτέ ξανά. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή