Η Νύχτα που Γέμισε Μουσική στη Νέα Δήμητρα.
Σαν έπεσε ο ήλιος στη Νέα Δήμητρα, η χωμάτινη αυλή του μικρού σπιτιού του Φώτη Αγγελάκη και της Κερανιώς γέμισε φωνές, γέλια και βήματα βιαστικά. Απόψε θα γλεντούσαν για τη Στέλλα, την κόρη τους, που την άλλη μέρα θα φορούσε το νυφικό της για να σταθεί πλάι στον Οδυσσέα, τον γιο του Κωνσταντή Κυριακίδη και της Φωτίκας.
Οι βοηθηστάδες έσκυβαν πάνω από τα μακριά τραπέζια, στρώνοντας άσπρα χάρτινα τραπεζομάντηλα και στερεώνοντάς τα προσεκτικά με πινέζες, να μη σηκωθούν από τον βραδινό αέρα. Σιγά σιγά τα πιάτα άρχισαν να γεμίζουν, κεφτεδάκια στρογγυλά, πατάτες φούρνου με ρίγανη, αφράτο ταραμάς, κόκκινες ντομάτες, μικρές μαύρες ελιές, τυρί πρόβειο, τουρσιά ξιδάτα που άνοιγαν την όρεξη. Δίπλα, τα κανατάκια γέμιζαν κρασί και ούζο κι όλα τα ποτήρια περίμεναν έτοιμα για το πρώτο τσούγκρισμα.
Γύρω από την αυλή, καρέκλες και ξύλινα παγκάκια στρωμένα με χράμια φιλοξενούσαν συγγενείς και φίλους. Οι λάμπες ασετυλίνης, κρεμασμένες στις κολόνες και στα δέντρα, έλουζαν τον χώρο με ένα κιτρινωπό, ζεστό φως. Σε μια άκρη, στημένοι σαν να ’χαν κι αυτοί τη δική τους θέση τιμής, οι μουσικοί. Ο Νικολάκης ο Νταφλίδης με το κλαρίνο, ο Γιώργος ο Αλεξιάδης με την κιθάρα κι ο Τάσος το Τσακάκκ με το ακορντεόν.
Η μουσική σηκώθηκε και ταξίδεψε, γέμισε το χωριό, κύλησε στα σοκάκια, πέρασε τα κατώφλια, έφτασε μέχρι κάτω στον κάμπο. Γύρω από την αυλή, άντρες, γυναίκες και παιδιά στέκονταν, κουβέντιαζαν, σεργιάνιζαν. Κι έπειτα… η πρώτη που μπήκε στον χορό ήταν η Στέλλα, η αυριανή νύφη. Τα βήματά της σίγουρα, τα μάτια της γεμάτα φως. Ο πατέρας της, ο Φώτης, με το χαμόγελο πλατύ, έριχνε μπαχτσίσια, τα «πάσα», στα όργανα, να ’χουν κι αυτά το μερτικό τους στη χαρά.
Δυο κύκλους έκανε κι ύστερα έδωσε τη θέση του στην Κερανιώ. Εκείνη, με ρυθμό, συνέχισε το συρτό και σκόρπισε κι άλλα πάσα στους μουσικούς που έπαιζαν με ακόμη περισσότερη διάθεση.
Μετά μπήκε η αδελφή κι έπειτα ο αδελφός. Ένας ένας οι δικοί της περνούσαν απ’ τον κύκλο, λες και αποχαιρετούσαν τη Στέλλα πριν τη δώσουν στην καινούργια της οικογένεια. Απόψε έλαμπαν όλοι, μα η Στέλλα περισσότερο απ’ όλους. Άφηνε την ελεύθερη ζωή και τους δικούς της για να μπει σε μια νέα πορεία, με τιμή και καμάρι.
Ο Νικολάκης γύριζε σκοπούς στο κλαρίνο, και ο Τάσος, με φωνή γεμάτη μεράκι, τραγουδούσε:
«Η γυναίκα που μ’ αρέσει και με τυραννά,
έχει δαχτυλίδι μέση, μάτια καστανά…»
Τα ποτήρια τσούγκριζαν, τα παιδιά γελούσαν τρέχοντας ανάμεσα στους μεγάλους και οι μεγαλύτεροι χτυπούσαν παλαμάκια . Η νύχτα εκείνη έμελλε να μείνει στη μνήμη όλων.
Σαν ένα από εκείνα τα γλέντια που δεν σβήνουν, αλλά ζουν για πάντα στις ιστορίες που λέγονται γύρω από τα τραπέζια, χρόνια μετά.
Το γλέντι συνεχιζόταν , τα γέλια αντηχούσαν. Κι όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, να ξέρεις, όποιος ήταν εκεί, ακόμα το θυμάται… σαν να ’ταν χθες.
Ήταν γλέντι αυτό! Όχι σαν τα σημερινά…
Ε, τέτοια βράδια δε σβήνουν. Όσο ζούμε, θα τα λέμε και θα συγκινούμαστε !