Η ντοπιολαλιά της Νέας Δήμητρας Ρ—Σ
Και συνεχίζουμε το λεξικό .Από Ρ:
Ραχάτ=τεμπελιό, ξεκούραση,(ραχατλής , ραχατλού,ραχάτκο )
Ρανιάζω =φυλάω , είμαι θαμώνας
Ρετσέλλ=γλυκό από ώριμο σύκο
Ροδάνν=εξάρτημα της ανέμης
Ροδανού=αυτή που μιλάει γρήγορα
Ρούσα=κόκκινη
Ρεμάλ(ι)= άχρηστος άνθρωπος
Ρετάλλ(ι)=το μικρό κομμένο ύφασμα και ο τιποτένιος άνθρωπος
Ρούγα και σούδα =στενό δρομάκι
Από Σ:
Σίντισα (σίντσα )=αγανάκτησα
Σκούντρα =αναποδιά
Σολτάρα =φαρδύς δρόμος
Σαγανια =τηγάνια
Σερμπέτ=γλυκός
Σασίρντισα =απόρησα
Σώνν(ει),=τελειώνει
Σώθκε =τελείωσε
Στέκα=περίμενε
Σαψάλα =απρόσεκτη
Σκιάχτ(η)κα =τρόμαξα , μ’ έσκιαξες =με τρόμαξες
Σαβουρντάω =πετάω εδώ κι εκεί κάτι
Σεφτές =κατανάλωση σε μαγαζί
Στρέχω=συμφωνώ
Σφοντύλια=στρόγγυλα σαν το σφοντύλι της ρόκας (το κάτω μέρος ).
Στέψη =ο γάμος
Σασκίννς=χαζός (σασκίνα ,σασκίνκο )
Σερσερής =άμυαλος (σερσερού)
Σερσέμς=άμυαλος ,(σερσέμα , σερσέμκο )
Σινί =ρηχό ταψί
Σοφράς =χαμηλό στρογγυλό τραπέζι
Σουρτούκκς=χωριογύρης (σουρτούκα ,σουρτούκ(ι)κο)
Στόμας ,ο στόμας =το στόμα
Σάλμα =άχυρο
Σαλμά=τριγυρίζω αδέσποτα
Σαρλίκκ=κιτρινάδα , ίκτερος
Στραφτομαχάει =γυαλίζει
Σερμεγιές =το ξεκίνημα του μαγαζιού , το κεφάλαιο
Σερπετάδα =γρηγοράδα
Σερπέτς=γρήγορος
Σέρτικο =σκληρό
Σόπα=βέργα
Σπίρτο =οινόπνευμα
Στέρφος=άτεκνο
Σουρντίζω =συνεχίζω
Σούδα =μονοπάτι
Σκάφφ=λεκάνη
Σινσιλές=ράτσα
Στουμπέτς =άσπρη βαφή
Στράφτω =λαμποκοπώ
Σιντέφφ(ι)=μαργαριτάρι
Σαλμά=ελεύθερα ,χωρίς ιδιοκτήτη
Σέλλ(ι)=μικρό ποτάμι
Στερεύουμαι=στερούμαι
Σταλαμούρια =σταλακτίτες από το χιόνι στις στέγες
Σκούντρα =ατυχία ,αναποδιά
Σβαρνάω =τραβάω
Σεκλέτια =βάσανα
Σφαλίζω =κλειδώνω
Σουράτ=ύφος ,στιλ(σουρατλού)
Στραβοκάνα =στραβοπόδαρη
Σαψάλα=απρόσεκτη
Σιάζω =διορθώνω(σιάξτο )
Σπατάλα=σπάταλη
Σιμιό=αυτός που φέρει σημάδι ή έχει κάποια δυσμορφία στο σώμα του .Από του Αη Σιμιού.
Σούφρα=ρυτιδιασμένη
Στέρφος =άτεκνος, μη παραγωγικός
Σαρδελιές=οι μολόχες, τα γεράνια
Σκερτσόζα =κολπαδόρα , ναζιάρα