Η Ντοπιολαλιά της Νέας Δήμητρας – Από Α-Κ
Από Α: έως Κ
Αραβάνν =γρήγορα ,ανεμπόδιστα , ευθεία
Αξάδερφος=ξάδελφος
Άμια =θεία
Αλιστίζω =ξεκουράζομαι
Άλμπενι= ύφος ,ράτσα
Αλατζάδικο =πολύχρωμο , παρδαλό
Άναλη =άνοστη και κατ’επεκταση μαμόθρεφτη
Αλεμπιμπλιά=ξηροί καρποί
Άκριτη =αμίλητη
Απιδιά=αχλαδιά άγρια
Ανταγιάντιστος =που δεν έχει πού να ακουμπήσει
Αντέτ=συνήθεια
Ανακούκουρδα =οκλαδόν
Ανάριος =αραιός
Αλμπάνς =πεταλωτής
Αλτούζ=άνω- κάτω
Ανέγκρικο =ανεπρόκοπο
Αστοιχείωτη=αγράμματη
Αζγκίνα =πρόστυχη
Άραρα=πρόωρα
Απλογιάζω =απαντώ
Αστόχαστη =απερίσκεπτη
Αχαΐρευτος =ανεπρόκοπος
Απολάω =αφήνω (απόλυση της Εκκλησίας=σχόλασμα της Εκκλησίας)
Αφερίμ =μπράβο
Αλαβερσί=άς είναι
Ασυλλόϊστη=άσκεφτη
Ανιχόρταγη=αχόρταγη
Αγγαρεία,=υποχρεωτική δουλειά
Αλεστίζω =ξεκουράζομαι
Αβράμπουλο =κορόμηλο
Άντερα =έντερα
Αρατίζομαι =γίνομαι άφαντος , φεύγω
Άρπα =κριθάρι
Ασκαμιά=μουριά
Αχμάκκς=χαζός
Αχούρ=σταύλος
Από Β:
Βιλιά=οι όρχεις
Βιλί ή βίλα =ανδρικό μόριο
Βουβαίνομαι =δεν μιλάω , προστακτική βούβα =μην μιλάς
Βαθρακός ή βοθράκα =βατραχός
Βοηθηστούσες =αυτές που βοηθούν
Βραγιά=το χώρισμα στον μπαχτσέ
Βεράν =έρημο
Από Γ:
Γραστήρ=καφενείο ,από το εργαστήρ καβέ
Γκερντέλλ=μεταλλικός κουβάς
Γαμιώτες και γαμιώτισσες =οι καλεσμένοι του γάμου
Γιαράς =πληγή
Γιάρ=γκρεμός
Γιατάκκ=φωλιά ,θέση
Γιαγλί=λιπαρό
Γαμπρίζω =φλερτάρω
Γαμπρουλιάς=ο γκομενιάρης
Γιουρούκα =γύφτισσα
Γουλιάρς =λαίμαργος
Γούρνα =δεξαμενή
Γουλιάρα =λαίμαργη
Γκιούμ και γκιουμάκκ=δοχείο νερού ή γάλακτος
Γκαβός=τυφλός
Γλέπω =βλέπω
Γιατρειά=θεραπεία, ίαση
Γέμα =αίμα
Γιαβάς -γιαβάς =σιγά-σιγά
Γκιουζελής=όμορφος
Γικιά=στοίβα από παπλώματα
Γανιάζω=ταλαιπωρούμαι
Γάνα =αυτό που πιάνει ο χαλκός από πάνω
Γανωματής =αυτός που γιαλίζει τα χάλκινα σκεύη
Γκουντούρντισαν =ξεσηκώθηκαν
Γειτόνειο=γειτόνεμα
Γκαγκάτσα =αδύνατη
Γουλιάρα =λαίμαργη
Γκιουζλεμέδες= είδος γλυκίσματος
Γουρλιάζω =ουρλιάζω
Γιαχνί = φαγητό κατσαρόλας πατάτες
Γκερντάνια =οι δίπλες στον λαιμό
Γιερλεστάω =βολεύομαι, κάθομαι (γιερλέτσσα )
Γιοβάνς,γιοβάνα ,γιουβάνκο =ηλίθιος
Γρουμπούλλ=εξόγκωμα και γρουμπούλιασε
Γουρλώνω και γκουρλώνω τα μάτια μου =ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου , σαστίζω
Από Δ:
Δράμια =μέτρηση βάρους
Δρανιά=υφαντό χαλί
Δεντρόγιες = είδος λουλουδιού, βιολέτες με πορτοκάλι και μώβ χρώμα .
Δέοντα =χαιρετίσματα
Δόξα =ουράνιο τόξο
Διπλαρώνω=πάω κοντά σε κάποιον
Από Ε:
Εγρέκκ= χώρος που ήταν τα ζώα .αλλά και άνω-κάτω
Εμέν=γρήγορα
Εφταμηνίτς =αυτός που γεννήθηκε πρόωρα , ο πολύ μικροκαμωμένος άνθρωπος
Ευκαιρώνω =αδειάζω
Από Ζ:
Ζεμπίλλ=τσάντα πρόχειρη
Ζεβζέκκς =χαζός
Ζαμπαράς=πρόστυχος (ζαμπαρού)
Ζάπωσα=έπιασα ,πρόλαβα
Ζαπόρτ=διώξιμο
Ζουπάω =πατάω με πίεση (ζούπηξα , ζουπάνε )
Ζεματίσκε=κάηκε
Ζερβά=αριστερά
Ζουφώνω = ξαπλώνω διπλωμένη , κρύβομαι
Ζερβοκουτάλα =ο αριστερόχειρας
Ζάφτι =κουμάντο
Ζιλέ=αμάνικο πουλόβερ
Ζέρντελα =βερύκοκκα
Ζνίχια =ο τράχηλος πίσω στο κεφάλι . (ζνίχ ,το )
Ζουχούνν=βήχας ,δύσπνοια
Ζουρλαμάς=πρήξιμο φλεγμονή
Ζιανεύω=ξοδεύω και (ζιάνν)
Ζορλάτισμα =ζόρι
Από Θ:
Θράκα =αναμένα κάρβουνα
Θεγατέρα =θυγατέρα
Θαραπαύτκα =ευχαριστήθηκα
Θεωρία=η εμφάνιση
Από Ι :
Ιφκάδες και γιφκάδες και γιφκάδια =χυλοπίτες
Ισκιά=σκιά
Ιταμίνα =εταμίνα ,είδος υφάσματος για κέντημα
Ισκερός =ίσιος
Από Κ :
Κορδώνομαι =υπερηφανεύομαι (κορθώθκα , κορδώθκε
Κορδωμένος =περήφανος
Καρπαζάνα =τεμπέλα
Κουρντίζομαι =έχω έπαρση, στολίστηκα , στάθηκα
Κρένω =μιλάω ,απαντάω
Κρινί=κουτί
Καβραμάς=δρεπάνι
Κοτζάμ=ολόκληρος
Κατσαμάκκ=χυλός από καλαμποκάλευρο
Κουτί =το αιδοίο
Καρδάρα και καρδάρρ=δοχείο ξύλινο για γάλα
Καΐσς=το ζωνάρι , δερμάτινη ζώνη
Κουντρίζω=ακουμπάω με δύναμη , σπρώχνω
Κουϊτή και κουχτή=απάνεμο μέρος , που δεν φυσάει αέρας.
Κορώνω =ζεσταίνομαι (κόρωσα ,κόρωμα )
Κολάι =η ευκολία
Κατσιβελεύω =ζητιανέβω
Καπίστρι =αυτό που δένουν το ζώο
Κουλίκα και κουλίκι (το)=πίτες του γάμου
Καμαράκκ=μικρό δωμάτιο
Κοντυλογραμμένη =ζωγραφισμένη με το κοντύλι που γράφανε , όμορφη
Κόσα =το εργαλείο που κόβανε τα χόρτα και τα στάρια
Κατσαρώνω =κάθομαι με ανοιχτά τα πόδια
Κοσεύω =τρέχω
Κατσιποδιάστηκα =αρρώστησα
Κόσς -κόσς=τρέξε
Κοσί—κοσί=γρήγορα
Κριγιάς=το κρέας
Κακανίζω =γελάω
Κουμάσς=κοτέτσι
Κατσιβέλλ=γύφτοι
Καραγκιόζα =μαυρομάτα
Κιζντίζω =ζεσταίνομαι (κίζντισανε )
Κιρλαντίζω =διώχνω , φυγαδεύω (κιρλάτσε , τον κιρλάτσανε )
Κιοκιό=χαζό
Κιοτεύω =τρελαίνομαι (κιότεψες )
Καπλαντίζω=σκεπάζω το πάπλωμα με ύφασμα
Καπινός=καπνός
Κιόρς=τυφλός
Κάκιωσα =θύμωσα
Κλώκα =κλώσσα
Κουλιαντρίζω =ασχολούμαι , ενοχλώ
Καρσί=απέναντι
Καρά τσαλί=αγκάθι
Κασαπειό=χασάπικο
Καταποδιαστά=στην σειρά
Κατσιπώθκα =αρρώστησα
Κιόρκο =τυφλό, αόματο
Κιόρμεμες=αχόρταγος
Καβούνν=πεπόνι
Κουμάρρ=στάμνα και κουμάρρ έλεγαν το τυχερό παιγνίδι και κουμαρτζής ήταν ο φανατικός παίκτης των τυχερών παιχνιδιών
Κουμπουλιά =στοίβα
Κοστερίτσα =σαύρα
Κόρζα =κοριός
Κουντούρια =παπούτσια
Κουρί=δάσος
Κακιώνω =θυμώνω
Κουρμπάτς =μαστίγιο
Κούφα =κοφίνι ,καλάθι
Κοτάω =τολμάω
Κενώνω =αδειάζω ,σερβίρω
Κιοπένγκια=ρολά μαγαζιού
Κοπόι=ράτσα σκύλων, που μυρίζεται
Κασμάς=εργαλείο που έσκαβε την γη
Κάργες =καρακάξες
Κιλίφ=το φόρεμα, πριν την μαξιλαροθήκη, του μαξιλαριού
Κασσαβέττ=σκασίλα μου
Κουμάρ=πήλινο δοχείο νερού
Κουμάρ=παίγνια , χαρτιά ,τυχερά παιχνίδια
Κουμαρτζής =χαρτοπαίκτης
Κουλές=σχέδιο γεωμετρικό, ημικύκλιο στα εργόχειρα αλλά και στα μαλλιά της κεφαλής .
Κοστερίτσα =σαύρα
Κοματάκκ=λίγο
Κρεμανταλάς=πολύ ψηλός , άχαρος
Κάρτικο =παραγερασμένο (καρτεύω =ωριμάζω πολύ )
Καμπάδκο=αφράτο
Κολπαδόρα =η γυναίκα που κάνει κόλπα
Κατουρλιό=το κατούρημα
Κοπαρντίζω =φεύγω, το σκάω
Καπλάντσε ,(ο καιρός )=συννέφιασε
Κατσάκκ=λιποτάκτης
Κοσκοτζά=τόσο μεγάλο
Κεχαγιάς=ο υπεύθυνος σε κάτι , εδώ αυτός που έχει πολλά πρόβατα
Κιολολό=χαζό