Η Νέα Δήμητρα Θυμάται . Ο Φούρνος του Κότσου του Γκόγκου . 

Η Νέα Δήμητρα Θυμάται . Ο Φούρνος του Κότσου του Γκόγκου . 

Ήταν η δεκαετία του ’70, τότε που η τεχνολογία άρχισε δειλά να διαβαίνει το κατώφλι της Νέας Δήμητρας, όχι με βαρύγδουπες υποσχέσεις, αλλά με έργα που έδιναν ανάσα στη ζωή των ανθρώπων. Ένα τέτοιο έργο ήταν ο ηλεκτροκίνητος φούρνος του Κότσου του  Γκόγκου ,με τη γυναίκα του την Αφροδίτη, τη γνωστή σε όλους μας Ρίτα , στο πλευρό του. 

Όλη η οικογένεια δούλευε εκεί, από το χάραμα μέχρι το βράδυ, με επιμέλεια και αγάπη, προσφέροντας ψωμί φρέσκο, μοσχοβολιστό, όχι μόνο στο χωριό αλλά και στα γύρω μέρη. Ψωμί για το τραπέζι, ψωμί για τη μέρα και για τη ζωή. 

Ο φούρνος αυτός δεν έψηνε μονάχα ψωμιά. Έψηνε και τα κυριακάτικα φαγητά των νοικοκυρών όπως κρέας με πατάτες, γεμιστά, αρνάκι με πατάτες,κεφτεδάκια, πιλάφι… Γεύσεις που ανέβαιναν με τους ατμούς του φούρνου και πλημμύριζαν το χωριό, θυμίζοντας γιορτή. Με τη λειτουργία του, οι γυναίκες ξεκουράστηκαν. Οι πινακωτές και οι σκάφες, τα φουρνόφτιαρα και οι απλάδες κρεμάστηκαν στις αποθήκες. Οι παλιοί φούρνοι, σιωπηλοί πια, μαρτυρούσαν την αλλαγή των καιρών. 

Κάθε πρωί, οι χωριανές μαζεύονταν στην Πλατέα με τα κουπόνια στα χέρια ,τα θυμάστε ;  Μικρά χαρτάκια, πράσινα και μπλε, που αντιστοιχούσαν σε ψωμιά. Οι γονείς μας έδιναν το στάρι τους, που γινόταν αλεύρι, και το αλεύρι μετουσιωνόταν σε ζυμάρι και ύστερα σε τροφή. Ο κύκλος της ζωής, ζεστός και καθημερινός. 

Η  θεία Αφροδίτη με τον άντρα της τον Κότσο , οι φουρνάρηδες  της νέας εποχής, έγραψαν τη δική τους σελίδα στο βιβλίο της Νέας Δήμητρας. 

Με καταγωγή προσφυγική, ριζωμένη στην επιμονή και στην τέχνη της καθημερινής βιοπάλης  ήξεραν  καλά τα μυστικά της ζύμης ,  εκείνα που δεν γράφονται αλλά μαθαίνονται με το χέρι, με το βλέμμα, με το άγγιγμα στο αλεύρι. Ήταν οι πρώτοι  που έφεραν  στο χωριό ηλεκτροκίνητο φούρνο, έναν γίγαντα από λαμαρίνα και μηχανήματα, που αντί να καίει άχυρα λειτουργούσε με ρεύμα και υπόσχεση για ευκολία. 

Οι παλιοί, καχύποπτοι στην αρχή, πλησίαζαν με δισταγμό. “Θα ψήσει ψωμί όπως ο παλιός φούρνος; » Μα όταν δοκίμασαν το καρβέλι που έβγαινε ζεστό, τραγανό απ’ έξω και μαλακό από μέσα , κανείς δεν ξαναρώτησε. Το μυστικό δεν ήταν μόνο στο φούρνο ,ήταν στην θεία  Αφροδίτη και τον θείο Κότσο , στο μεράκι τους, στην πίστη ότι η παράδοση δεν χάνεται όταν συναντά την πρόοδο. Αντίθετα, δυναμώνει. 

Η Αφροδίτη στεκόταν κάθε πρωί πίσω από τον πάγκο, με την ποδιά αλευρωμένη και ένα χαμόγελο για τον καθένα. Ήξερε κάθε πρόσωπο και κάθε γούστο. Ο φούρνος της έγινε σημείο αναφοράς, μυρωδιά μνήμης και θαλπωρής. 

Σήμερα, όσοι μεγάλωσαν στη Νέα Δήμητρα θυμούνται τη μυρωδιά του ψωμιού της Αφροδίτης και το βουητό του ηλεκτρικού φούρνου. Γιατί εκείνη και ο θείος Κότσος  δεν έφτιαξαν μόνο ψωμί. Έφτιαξαν ιστορία. Με ζύμη  και αγάπη. 

Θυμάμαι που πήγαμε με τους δασκάλους από το σχολείο. Ήμασταν παιδιά, γεμάτα απορίες. Ο θείος Κότσος μας περίμενε με χαμόγελο. Μπήκαμε στον φούρνο, μαγεμένοι. “Εδώ, παιδιά, είναι το μεγάλο ζυμωτήριο”, μας είπε. Και σαν μαέστρος ξεκίνησε την επίδειξη: “Νερό, μαγιά, αλάτι και αλεύρι. Αυτά είναι τα βασικά συστατικά για το ψωμάκι μας”. Το ζυμωτήριο άρχισε να γυρίζει, να δουλεύει με ρυθμό σταθερό και υπομονετικό. Το ζυμάρι πήρε μορφή, έγινε ψωμί στα χέρια τους. 

“Τώρα θα το βάλουμε στον φούρνο”, είπε, και γύρισε έναν διακόπτη. “Ρυθμίζουμε θερμοκρασία και χρόνο. Και το ψωμί ψήνεται, φρέσκο, μοσχομυριστό, έτοιμο να το απολαύσουμε”. 

“Αφροδίτ (η)!” φώναξε, “φέρε 3-4 ψωμιά να δοκιμάσνε τα παιδιά. Και κομά βούτυρο όσο είναι ζεστά, να τ’ αλείψνε”. 

Και τότε ήρθε η θεία Αφροδίτη, με το χαμόγελο της καλής οικοδέσποινας, κρατώντας ψωμιά που άχνιζαν  ακόμα. Τα έκοψε, μας έδωσε κι έβαλε βούτυρο, που έλιωνε σιγά πάνω στην ψίχα. Δοκιμάσαμε. Και το στόμα μας γέμισε γεύση κι η καρδιά ανάμνηση. 

Ήταν το ψωμί της ζωής. Το ψωμί του χωριού. Ήταν η αγκαλιά του χωριού μέσα σε μια μπουκιά. 

Στον ηλεκτροκίνητο φούρνο του Κότσου, εκεί που το προζύμι ετοιμαζόταν  μέσα στη νύχτα , δούλευε για χρόνια ο Βασίλης ο Καλφόπουλος. Γιος του Λεωνίδα και της Αναστασίας,  έμαθε από νωρίς τι θα πει κόπος και τι σημαίνει να βγαίνει το ψωμί με τον ιδρώτα του μετώπου. 

Τον θυμόμαστε πάντα αλευρωμένο,  να μοιάζει σαν να τον σκέπασε χιονιάς, μα ήταν το αλεύρι της δουλειάς.  Με τα μπράτσα του να γυρνούν τη ζύμη, ήσυχος, εργατικός, με μια ταπεινότητα σπάνια, στεκόταν πίσω από τους φούρνους και πάσχιζε για το καθημερινό , όχι μόνο το δικό του, μα και των άλλων. 

Γιατί ο Βασίλης έπλαθε το πρωινό τραπέζι των συγχωριανών του, έδινε ζωή στη μυρωδιά που ξεκινούσε κάθε μέρα, στόλιζε με κόπο και φροντίδα το ψωμάκι μας .  Κι έτσι, έμεινε στη μνήμη όχι για τα λόγια του,  δεν ήταν άνθρωπος των λόγων , μα για τη σιγανή παρουσία του, για τα χέρια του που δούλευαν ακούραστα, για την ευθύνη που κουβαλούσε. 

Όμως μαζί με την έλευση του ηλεκτροκίνητου φούρνου, ήρθε και το τέλος μιας εποχής. Οι φούρνοι της γειτονιάς ,εκείνοι οι πέτρινοι  στην αυλή, που άναβαν με άχυρα , άρχισαν να σιγούν. Πρώτα τους σκέπασε η σκόνη της αχρηστίας, ύστερα τους σκέπασε η λήθη. 

Δεν ήταν ήττα , ήταν μια σιωπηλή αποχώρηση. Μια παράδοση που πέρασε το φως στη νέα εποχή και αποτραβήχτηκε, κρατώντας μέσα της τη νοσταλγία. Σαν κάτι αγαπημένο που το αφήνεις πίσω χωρίς πίκρα, μόνο με ευγνωμοσύνη!  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή