Η Μιλιά του Χρόνου
Ο μπαμπάς μου , ο Αναστάσιος, κάθισε στη βεράντα, στην παλιά ξύλινη καρέκλα του, με τα χέρια ακουμπισμένα στο μπαστούνι. Δίπλα του, ο εγγονός του, ο Τάσος , χαζολογούσε με το κινητό του. Ο παππούς τον κοίταξε και χαμογέλασε.
- Τι σασκηνιές κάμνεις εκεί, μπρέ; Είπε, και ο Τάσος σήκωσε το κεφάλι, απορημένος.
- Τι έπαθες, παππού; Τι είπες;
- Σασκηνιές, βρε, χαζομάρες! Έτσι το έλεγαμε εμείς στη Νέα Δήμητρα. Αλλά πού να ξέρεις εσύ… Αυτές οι λέξεις χάνονται σιγά-σιγά, πάνε μαζί με τις ανθρώπ (ους ) που τις μίλαγαν
Ο Τάσος άφησε το κινητό. Κάτι στη φωνή του παππού τον έκανε να προσέξει.
- Πες μου, παππού, πώς μιλούσατε παλιά;
Ο παππούς πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν για ταξίδι πίσω στον χρόνο.
- Η γλώσσα, παιδί μου, είναι ο καθρέφτης μας. Με αυτήν γελάμε, μαλώνουμε, αγαπάμε. Εμείς μίλαγαμε ελληνικά, μα η γλώσσα μας είχε τον δικό της ρυθμό, το δικό της χρώμα. Λέξεις που τις πήραμε από τις παππούδες μας, άλλες που ήρθαν απ’ την Πόλ(η), άλλες από τη ζωή μας εδώ.
Σταθήκαμε για λίγο σιωπηλοί, κι ύστερα ο παππούς συνέχισε:
- Πες ότι ήθελα να πω πως μια γυναίκα είναι αφράτη, γεμάτη, σαν να την πήρε ο αέρας και τη φούσκωσε. Δε θα έλεγα «παχιά», μπα! Θα έλεγα «μπρούσκα». Και θα γελούσαμε, γιατί έτσι το λέγαμε εμείς.
Ο Τάσος χαμογέλασε.
- Και το κάρο, παππού;
- Α, το κάρο δεν πήγαινε απλώς γρήγορα. Πήγαινε αραβάνν! Έχει άλλη χάρη να το λες έτσι, δεν βρίσκεις;
- Μπα, και το «αδελφός»;
- Ε, δεν ήταν σκέτο «αδελφός». Ήταν «μπεμπές». Πιο γλυκό, πιο δικό μας. Και αν ήταν στολισμένη μια γυναίκα, δε λέγαμε απλώς «ντυμένη όμορφα». Ήταν «ντουζτισμένη»!
Ο Τάσος γέλασε.
- Κι αν κάποιος ήταν λίγο… ανόητος;
Ο παππούς χτύπησε το χέρι στο μπράτσο της καρέκλας.
- Τώρα μιλάς σωστά! Για τον άμυαλο είχαμε ένα σωρό λέξεις. Ζεβζέκκς, νταμγκίρς, σερσερής, σασκίννς, ασυλλόϊστος, μπουνάκκς, ζαβός. Διαλέγεις και παίρνεις!
- Και αν έκλαιγε κάποιος πολύ;
Ο παππούς χαμήλωσε το βλέμμα.
- Τότε μελόκραζε, παιδί μου. Έκλαιγε με λυγμούς, με την ψυχή του. Όπως τα κορίτσια, θυμάμαι, όταν τις τρύπαγαν τ’ αφτιά για τα σκουλαρίκια.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ο Τάσος άγγιξε το μπράτσο του παππού.
- Παππού, αυτές τις λέξεις τις θυμάσαι όλες;
Ο παππούς χαμογέλασε και έδειξε το παλιό τετράδιο που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι.
- Δεν τις ξέχασα, παιδί μου. Ούτε κι εκείνες εμένα. Και τώρα, τις έμαθες κι εσύ.
Ο Τάσος κοίταξε το τετράδιο.
- Θα τις γράψω στο κινητό μου, παππού. Να μη χαθούν.
Ο παππούς έγειρε πίσω, ικανοποιημένος.
- Άντε, μπρε μπίτσομ ! Να τις μάθ(ει)ς πριν χαθούνε.
Και οι δυο τους γέλασαν, με τη γλώσσα τους να γεφυρώνει τον χρόνο, όπως έκανε πάντα.