Η Μεγάλη Πολιτεία της Δαφνιώς
Η γιαγιά μου, η Δαφνιώ η Γκάιντατζου, με το μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι και το βλέμμα γεμάτο μνήμες, συνήθιζε να μας μιλά για τη μεγάλη πολιτεία κοντά στο χωριό της το Κερμέν ,την Τσόρλου, την Τυρολόη . Η πολιτεία αυτή απείχε 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη και ήταν μεσόγεια .
Στα λόγια της ζωντάνευαν εικόνες από περασμένα μεγαλεία, από σπίτια που έλαμπαν στο φως του ήλιου και σοκάκια γεμάτα από φωνές εμπόρων, μυρωδιές από μπαχαρικά και ψωμί φρεσκοψημένο. «Κοντά στο χωριό μας που το έλεγαν και Μισινί ήταν η Τσόρλου « έλεγε, «σαν βασίλισσα ήταν με τα κάστρα και τα παζάρια της.»
Εμείς, καθισμένοι γύρω της, προσμέναμε πάντα το επόμενο παραμύθι της, γεμάτο δράκους και ηρωίδες, μα αυτές οι αφηγήσεις για την Ταόρλου έμοιαζαν με άγραφες σελίδες. Τι μας ένοιαζε τότε η μεγάλη πολιτεία ; Οι λέξεις της περνούσαν σαν τον άνεμο, χάνονταν πριν προλάβουν να αγγίξουν τις καρδιές μας. Τα λόγια της έμοιαζαν σαν σκηνές από έναν κόσμο μακρινό και ξένο . Εμείς ,παιδιά τότε, δεν καταλαβαίναμε την σημασία αυτών που έλεγε . Ακούγαμε με μισή προσοχή.
Μόλις άρχιζε η γιαγιά μου να μιλάει για την πολιτεία της , μια σιωπή γέμιζε το δωμάτιο ,αλλά όχι από δέος . Ήταν η σιωπή της συνωμοσίας . Την μοιραζόμασταν μεταξύ μας, αδέλφια και ξαδέλφια, με ένα χαμόγελο και ξέραμε ότι το παραμύθι της θα ήταν μακρύ ,γεμάτο λεπτομέρειες με πλακόστρωτα σοκάκια , παζάρια και αμπέλια . Εμείς, μικρές και ανυπόμονες,περιμένανε την ώρα που θα τρέχαμε έξω .Η πολιτεία της, για μας, ήταν ένας άγνωστος κόσμος . Δεν μας ένοιαζε τότε , το ομολογώ .
« Ααχ , παιδιά μ’ , στο Κερμέν είχε μια μεγάλ’ εκκλησιά της Οσίας Παρασκευής της Επιβατινής . Εκεί εκκλησιάζουμασταν ,μας πήγαινε ο μπαμπάς μου με τον αραμπά απ’ το πρωΐ. Μικρά κορτσάκια τότενες , έτρεχαμε παντού . Είχαμε ένα αψηλό σπίτ και τα αμπέλια μας ήταν γιομάτα σταφύλια . Έρχουνταν πολλοί μαζί και έκαμναμε τον τρύγο . Στην πρώτ’ προσφυγιά το ’13 πήγαμε μέχρι την Κομοτηνή . Γύρσαμε το ’20. Μετά σκώθκαμε για τα καλά το ’23 και πήραμε το δρόμο για την Ελλάδα.» Αυτές οι αφηγήσεις της περνούσαν δίπλα μας, χωρίς να τις αγγίζουμε .
Θυμάμαι σκόρπιες λέξεις να αιωρούνται στον αέρα. Τις έλεγε η γιαγιά μου «Μισινί « «Τσόρλου», «αμπέλια» , «Αρακλειά» , «παραλία «, «θάλασσα « , «Τσαντώ» . Κάθε λέξη μια κλωστή που έδενε το τότε με το τώρα , μα τότε δεν τις καταλάβαινα . Λέξεις πεταμένες, σαν χρυσά νομίσματα στη γη . Λέξεις που η κάθε μια άνοιγε ένα μονοπάτι . Η γιαγιά έλεγε για τις αυλές με τους βασιλικούς και για τις φωνές στους δρόμους του χωριού της . Κι εγώ, παιδί ακόμα, άκουγα και πετούσα αυτές τις λέξεις μακριά . Δεν έδινα σημασία. Τα παραμύθια της με τράβαγαν περισσότερο, εκείνα με τους δράκους και τις νεράιδες ,που σας είπα .
Τώρα, όμως, που ο χρόνος μας πήρε τη γιαγιά και μαζί της όλα όσα ήξερε, νιώθουμε την έλλειψή τους σαν πληγή. Αποζητάμε τα λόγια που χάθηκαν, τα χρώματα που μας ζωγράφιζε με τη φωνή της. Ψάχνουμε στις σιωπές μας την Τσόρλου, όχι μόνο σαν τόπο αλλά σαν τον συνδετικό κρίκο με τις ρίζες μας.
Θέλουμε ξανά να την ακούσουμε να μας λέει για τη ζωή εκεί, για τις αυλές , για τους ανθρώπους που χόρευαν, για τα τραγούδια και τα όνειρά τους. Τώρα ξέρουμε πως η μεγάλη πολιτεία δεν ήταν απλώς μια ιστορία, αλλά ήταν η ίδια η ψυχή της γιαγιάς, ένα κομμάτι του εαυτού μας που τότε αφήσαμε να ξεγλιστρήσει, αλλά τώρα πασχίζουμε να το ξαναβρούμε. Κάθε λέξη που θυμάμαι ,είναι μια πύλη , που ψάχνω απεγνωσμένα να την ανοίξω και να μπώ. Αν τα καταφέρω , νοιώθω την γιαγιά μου να ζωντανεύει ,με τα μάτια της να λάμπουν . Οι πλατείες , τα σπίτια , οι άνθρωποι που έλεγε ,όλα αυτά που εμείς απορρίπταμε με κρυφά γελάκια , γίνονται τώρα πολύτιμα .
Θυμάμαι τις σκόρπιες λέξεις και νοιώθω ότι η γιαγιά μου είναι ακόμα κοντά μου .
Και αν μπορούσα να επιστρέψω , αν μπορούσα να την ξανακούσω να λέει για την πολιτεία της , θα έκλεινα τα μάτια μου και θα άφηνα κάθε λέξη της να με παρασύρει!