Η Μαργιόρα της Νέας Δήμητρας
Η Μαργιόρα Καλφοπούλου γεννήθηκε το 1870 στο χωριό Όκλαλι τής Τσατάλτζας τής Ανατολικής Θράκης και περπάτησε για να φτάσει στη Νέα Δήμητρα με τα παιδιά της, κουβαλώντας στις πλάτες της έναν κόσμο που είχε χαθεί. Ήταν χήρα, πρόσφυγας, μάνα. Στα χέρια της δεν είχε τίποτα άλλο πέρα από δύο παιδιά, τον μικρό Λεωνίδα, δέκα χρόνων τότε και την Κατίνα, δεκατέσσερα. Ήταν τα μόνα που της είχαν απομείνει. Ο άνδρας της ο Βασίλης πέθανε νέος στα 46 χρόνια το 1916 στην Πατρίδα. Η Μαργιόρα ήταν 54 χρόνων όταν πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς με τα παιδιά της .
Όταν έκλεισε στην Πατρίδα την πόρτα του σπιτιού της πήρε μόνο τα παιδιά της να πίσω άφηνε πολλά . Πιο βαριά από όλα ήταν ο τάφος του άνδρα της . Εκεί άφησε ένα κομμάτι της ψυχής της . Ο τάφος του άνδρα της ήταν μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ, αλλά και μια πηγή δύναμης . Της θύμιζε πως πρέπει να συνεχίσει για τα παιδιά της .
Το πρώτο σπίτι που τους δέχτηκε ήταν στην πλατεία του χωριού. Ήταν ένα απλό, φτωχικό σπίτι μα για τη Μαργιόρα ήταν καταφύγιο. ‘Ένας τόπος όπου μπορούσε να ακουμπήσει τη θλίψη της και να προσπαθήσει να ξαναχτίσει τη ζωή της.
Ο Λεωνίδας μεγάλωσε γρήγορα. Πώς να μη μεγαλώσει μέσα σε τόσα βάσανα ! Το κάστρο του χωριού γινόταν κάθε μέρα ο τόπος του μόχθου του. Εκεί έσπαγε πέτρες με τα χέρια του, τις φόρτωνε στα κάρα και τις κουβαλούσε στα σπίτια και στις αποθήκες που χτίζονταν. Ο ιδρώτας του μύριζε χώμα και κόπο και τα χέρια του, σκληρά από τον μόχθο, έμοιαζαν με χέρια ανθρώπου διπλάσιας ηλικίας. Ακόμα με αυτά τα χέρια έφτιαχνε πλιθιά για όλο το χωριό .
Όταν δεν ήταν στα κάρα, δούλευε στα χωράφια. Η γη ήταν ο δάσκαλός του, η τροφή του, ο τρόπος να ζει. Αργότερα, ο Λεωνίδας έγινε ο ανθρωπος που όλο το χωριό εμπιστευόταν για το τσίπουρο. Το καζάνι του έβγαζε το άρωμα της ρακής, κι εκεί, γύρω από τη φωτιά, οι χωριανοί μαζεύονταν, γελώντας και λέγοντας ιστορίες.
Η Κατίνα παντρεύτηκε νωρίς. Ήταν μια κοπέλα γεμάτη ζωντάνια, μα πάντα με μια ματιά που πρόδιδε το βάρος της προσφυγιάς. Παντρεύτηκε στη γειτονιά, κι έτσι έμεινε κοντά στη μητέρα της και τον αδερφό της. Έκανε τη δική της οικογένεια, όμως το σπίτι της Μαργιώρας ήταν πάντα το λιμάνι της.
Η Μαργιόρα, με τα χρόνια, έχασε την όρασή της. Το φως της έσβησε, μα η δύναμή της παρέμενε ακέραιη. Στο μικρό σπίτι στην άκρη του χωριού, όπου μετακόμισαν η Μαργιόρα ζούσε μέσα στο σκοτάδι. Το φως της το έβρισκε στις φωνές των παιδιών της, στα χέρια του Λεωνίδα που τη βοηθούσαν να σηκωθεί, στη ζεστασιά της Κατίνας που έφερνε φαγητό και κάθονταν μαζί να μιλήσουν.
Μια μέρα, η Μαργιόρα είπε στον Λεωνίδα:
«Το σκοτάδι που βλέπω δεν με πειράζει. Σκοτάδι είχα και όταν είχα τα μάτια μου . Τώρα τουλάχιστον ξέρω ότι τα παιδιά μου είναι καλά.»
Η Μαργιόρα έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σιωπηλά, με αξιοπρέπεια. Το σπίτι της, αν και φτωχικό, ήταν γεμάτο αγάπη και δύναμη. Όλοι τη θυμούνταν ως μια γυναίκα που, παρά τις κακουχίες, δεν λύγισε ποτέ.
Όταν έφυγε από τη ζωή, οι ιστορίες της Μαργιόρας έγιναν θρύλος στη Νέα Δήμητρα .Ο Λεωνίδας συνέχισε να δουλεύει, να φτιάχνει τσίπουρο και να καλλιεργεί τη γη, ενώ η Κατίνα έλεγε στα δικά της παιδιά για τη γιαγιά τους, τη Μαργιόρα, που έχασε την πατρίδα, το φως της, μα ποτέ την πίστη της στη ζωή.
Το 1969 το χωριό της Νέας Δήμητρας αποχαιρέτησε την Μαργιόρα που έζησε σχεδόν έναν αιώνα παρά τις κακουχίες που πέρασε και είναι ένα σύμβολο ζωής που δεν λυγίζει.
Η Μαργιόρα της Νέας Δήμητρας δεν ήταν απλώς μια πρόσφυγας. Ήταν σύμβολο θάρρους, μάνας και αγωνίστριας που έδειξε πως ακόμα και μέσα στο σκοτάδι της , η ψυχή μπορεί να λάμπει.