Η Μέρα της Μπουγάδας στην Νέα Δήμητρα  

Η Μέρα της Μπουγάδας στην Νέα Δήμητρα  

Η μέρα της μπουγάδας ήταν ιεροτελεστία. Από το χάραμα, οι αυλές των σπιτιών γέμιζαν ζωή και κίνηση . Οι Νεοδημητριώτισσες με τα μανίκια σηκωμένα και τις μπροστέλες δεμένες σφιχτά στη μέση ,έπιαναν δουλειά . Ο καπνός από το καζάνι που έβραζε το νερό υψωνόταν στον ουρανό , δημιουργώντας ένα πέπλο ομίχλης , που μύριζε σαπούνι και καθαριότητα . Η μέρα της μπουγάδας ήταν εικόνα γνώριμη , σχεδόν ιερή , για κάθε σπίτι του χωριού  μας . 

Στην μέση της αυλής , τοποθετούσαν την μεγάλη ξύλινη σκάφη . Το καυτό νερό έπεφτε με προσοχή μέσα της και δίπλα ήταν μια πλάκα από  άσπρο σαπούνι . Με αυτό και με τα χεράκια τους έτριβαν τα ρούχα να απόμακρυνθούν οι πολλές βρωμιές .  Τα χέρια τους ήταν τα εργαλεία της καθαριότητας . Σκληρά , δυνατά , σημαδεμένα από τα χρόνια της ταλαιπωρίας . Σημάδια που δεν έφευγαν ποτέ . Πτυχώσεις από το σφίξιμο ,  αλλοιωμένα  νύχια από τα σαπούνια που έτρωγαν το δέρμα . Όμως δεν διαμαρτύρονταν . Αυτά τα παραμορφωμένα  χέρια , αν και κουρασμένα, δεν σταματούσαν . Ήταν χέρια που σήκωναν την ζωή του σπιτιού , χέρια κουρασμένα αλλά περήφανα . 

Μετά  ετοίμαζαν την «αλισίβα»  που ήταν σταχτόνερο δηλαδή νερό και στάχτη , αλλά στα χέρια της νοικοκυράς γινόταν θαυματουργό καθαριστικό . Από το τζάκι ή τον φούρνο  μάζευαν την πιο καθαρή   στάχτη, χωρίς κάρβουνα . Την σούρωναν προσεκτικά  με ένα «τουλπάνι « ψιλό ύφασμα σαν γάζα και την έριχναν στο βραστό νερό . Μετά έριχναν τα ασπρόρουχα  μέσα και τα άφηναν για ώρες .  Τα ρούχα έπαιρναν ένα υπόλευκο τόνο και μετά από πολλά ξεπλύματα γίνονταν κάτασπρα.  

Πουκάμισα , μαντήλες , σεντόνια , παιδικές πάνες , εσώρουχα , ζιπουνάκια . Όλα περνούσαν από τα ταλαιπωρημένα χέρια του , που χτυπούσαν το νερό με αποφασιστικότητα.  Και όσο έτριβαν,  μιλούσαν . Για τα χωράφια , για τα παιδιά , τα προξενιά  και τα νέα του χωριού . Η μπουγάδα δεν ήταν μόνο δουλειά ,  ήταν και κουβέντα .  

Οι αυλές γέμιζαν από ήχους . Ο ήχος του τριψίματος πάνω στην σκάφη , το νερό που κουβαλούσαν από το πηγάδι , οι φωνές και τα γέλια . 

  Μετά τα ξεβγάλματα  όλα άστραφταν . Τα σεντόνια ήταν άσπρα σαν χιόνι και οι γυναίκες τα έστρωναν στα σχοινιά της αυλής, από δέντρο σε δέντρο  . Η αυλή ήταν ένας πολύχρωμος πίνακας .  Όλα ανέμιζαν σαν πανιά καραβιού στον άνεμο , ενώ τα παντελόνια, τα πουκάμισα ,  τα  εσώρουχα  έκαναν παρέλαση το ένα δίπλα στο άλλο . Ακόμα και στο άπλωμα υπήρχε τέχνη , που κάθε γυναίκα κατείχε με δεξιοτεχνία και τάξη .  Αυτή η τέχνη είχε και δήλωση νοικοκυροσύνης .  Έπρεπε όλα να είναι στην σειρά , ευθυγραμμισμένα .   

Και όταν στέγνωναν τότε μαζεύονταν με προσοχή για να σιδερωθούν με το παλιό σιδερένιο σίδερο , που άνοιγε από πάνω και έπαιρνε αναμμένα κάρβουνα . Έτσι μέχρι να τελειώσει η ενέργειά τους είχαν την δύναμη να κάνουν λεία τα υφάσματα .  

 Το βράδυ κοιμόμασταν στα πεντακάθαρα σεντόνια και στα μοσχομυριστά μαξιλαρόφυλλα  και  ξέραμε όλοι στο σπίτι ότι είχε νικηθεί  η βρωμιά της εβδομάδας .Αυτή  η  αίσθηση της απόλυτης καθαριότητας έμεινε στις μνήμες μας, όπως το άρωμα του σαπουνιού και του αέρα της αυλής . Και όταν μεγαλώσαμε ,κάθε μυρωδιά καθαρού ρούχου μας γύριζε πίσω , σ’ εκείνες τις αυλές της Νέας Δήμητρας, όπου οι μαμάδες μας έπλεναν, γέλαγαν ,κουβέντιαζαν .  

Αυτή ήταν η μέρα της μπουγάδας . Ίδια σε κάθε αυλή , σε κάθε σπίτι ,σε κάθε καρδιά !  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή