Η Κουμπαριά της Πατρίδας. Κάτω απ’ τον Ίσκιο της Τσατάλτζας
Στην Πατρίδα, τότε που ο χρόνος κυλούσε με τον ρυθμό του κάρου, ο Νικόλας ο Τσιφτσόγλου , ο Τσάκος, όπως τον ήξεραν στο Όκλαλι της Τσατάλτζας, φόρτωνε το βούτυρο και το στάρι του κι έπαιρνε τον δρόμο για την αγορά. Δεν ήταν μόνο η ανάγκη που τον πήγαινε εκεί, μα και η συνήθεια. Η Κερανιώ του είχε πάντα λίστα, κλωστές για το κέντημα, βαφή για τα μαλλιά για το πλέξιμο , κάτι μικρό και χρήσιμο για το σπιτικό. Ο ίδιος δεν ξεχνούσε τον καφέ της Τσατάλτζας ,γεμάτος άρωμα και νοστιμιά και τον χαλβά από σουσάμι, που του ‘φερνε μνήμες παιδικές.
Μα εκείνο που του άρεσε περισσότερο ήταν η συνάντηση με τους φίλους. Στην αγορά, κάτω από τον παχύ ίσκιο, στο καφενείο του φίλου του ,του Λουλούδη, στήνονταν η πιο ωραία παρέα. Ο Δημήτρης ο Νατσάς, ο Θράσος ο Νικολαΐδης, ο Απόστολος ο Μουχταρίδης ,
όλοι Όκλαλιώτες. Μα και οι Καστανιώτες ήταν εκεί, ο Μανώλης ο Κουτσουρίδης κι ο Σωτήρης ο Εμμανουηλίδης, ο πατέρας της Θάναινας.
Με ούζο και μεζέ ,λίγη λακέρδα, λίγη ελιά, ένα κομμάτι τυρί ,άρχιζαν τα γέλια, τα πειράγματα, οι ιστορίες. Εκεί, μια μέρα, ανάμεσα σε μια πρόποση και σ’ έναν καημό, ο Νικόλας είπε στον Μανώλη:
— Άμα έρθει η ώρα και θέλεις να παντρευτείς, να ‘ρθεις σε μένα. Θα σε παντρέψω.
Και το είπαν κι οι δυο.Κουμπάροι!
Πέρασε ο καιρός κι όταν ο Μανώλης βρήκε τη γυναίκα που του ταίριαζε, πήγε με τη μάνα του στο Όκλαλι, να κρατήσει τον λόγο. Ο Νικόλας δεν είπε δεύτερη κουβέντα. Χάρηκε, τίμησε το λόγο του κι έγινε κουμπάρος.
Στην ημέρα του γάμου, τα κάρα των Καστανιωτών ήρθαν να πάρουν τον κουμπάρο. Τα άλογα φορούσαν τα καλά τους, με χάντρες και χαϊμαλιά και οι συγγενείς του Νικόλα τον συνόδευαν στολισμένοι. Η στέψη έγινε στις Καστανιές. Το γλέντι , τι γλέντι! – στο σπίτι του Μανώλη. Τιμήθηκε ο κουμπάρος, μπήκε στην πρώτη θέση. Του σερβίραν τα καλύτερα, βραστό αρνί, κεφτεδάκια, ταραμά, πατάτες φούρνου, χοιρινό με δαμάσκηνα. Κι ύστερα, τα γλυκίσματα ρυζόπιτες, κολοκυθόπιτες, όλα μοσχοβόλαγαν.
Τότε το κουμπαριό ήταν ιερό. Ήταν σχεδόν συγγένεια. Οι Καστανιώτες το τιμούσαν ,τους κουμπάρους τους έλεγαν σύντεκνους και τους είχαν πάνω απ’ όλα.
Τα χρόνια πέρασαν με επισκέψεις, τραπεζώματα, γιορτές και γέλια. Ώσπου ήρθε ο Ξεριζωμός. Άλλαξαν όλα. Ο Νικόλας βρέθηκε στη Νέα Δήμητρα. Ο Μανώλης στις Καστανιές του Κιλκίς. Μα η κουμπαριά τους δεν χάθηκε. Κράτησε σαν συγγένεια. Έγινε γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από την Πατρίδα στη νέα ζωή.