Η Κλώκα της Τσάκαινας
Η γιαγιά μ’η Τσάκαινα όλ’ τη μέρα έξω στην αυλή παρακολούθαγε τις κότες της . « Να σάνα λείπ(ει) η κανελλιά , να διώ κατά πού παγαίνν και ξενογεννά(ει) η παρδαλή ! Σαν να την είδια ππ’ έρχονταν απ’ της Σωκράταινας ! « Μονολογούσε και μετρούσε όταν έμπαιναν στο κουμάσς : τόσες όρνιθες , τόσες πουλάδες .Έχχ…μέρες τώρα , που μια πουλάδα στο κουμάσς δεν σκώνεται απ’ τη φωλιά τα . Πάει κέρχεται η γιαγιά μ’ η Τσάκαινα και την κοιτάει .
Δεν έβγαινε μήτε απ’τη φωλιά τα μήτε απ’ το κουμάσς. Για να σιγουρευτεί η γιαγιάμ , την τράβηξε δυνατά απ’ τη φωλιά . Την ξελάγιασε μια την ξελάγιασε δύο , εκείνν το σκοπό τα.
Έβγαλε η πουλάδα μια φωνή και γύρσε πάλε στον τόπο τα. _ Μμμ, λέει η γιαγιά μ’ , έτοιμη για κλώκα είναι !
Παίρνει σβάρνα τη γειτονιά να βρει αυγά με σπόρο. Δέκα -δώδεκα αυγά θα έβαζε ‘πο κάτ’ την κλώκα. Κάνα δυό να μην γένε, δέκα πουλάκια έβγαιναν . Όλλ η γειτονιά έμαθε που η Τσάκαινα θα βάλλ κλώκα .
Πήρε δύο αυγά απ’την Αλεξάντρα του Σωκράτ, δύο απ’την Θεανώ του Βασιλόπουλου , δύο απ’την Βασώ του Τσελεπάκκ, δύο απ’τη Μπουχουρή, δύο απ’τη Θεοφίλαινα, δύο απ’την Στεργάκαινα την Καλιόππ. Όλλ τη γειτονιά την έκανε «αλτούζ» άνω – κάτω να μαζέψψ αυγά . Τα αυγά αυτά έπρεπε να έχνε σπόρο δηλαδή να γίνκανε με τον κόκορα .
Η Τσάκαινα δεν είχε κόκορα . Τον έσφαξε , τον έκανε κρεμμυδάτο γιατί ο κερατάς όπως έλεγε η ίδια , όλλ τη μέρα κοκόριζε και ξυπνούσε και τη γειτονιά σε λάθος ώρα . Θα λα έπαιρνε κόκορα απ’ την Πιπίνα την αξαδέλφ τα μα δεν πρόλαβε .
Η πουλάδα τα έβγαλε γρήγορα το μητρικό τα ένστικτο . Έτσ’ η Τσάκαινα αφού πήρε τα αυγά μέσ’ την μπροστέλα τα γύρσε στο σπίττ.
Ανάβ την γκαζόλαμπα και κρατά(ει) το κάθε αυγό πίσω από το φως της , για να διεί αν έχνε σπόρο μέσα . Κάποια είχανε και κάποια όχχ.
_Χμμμμ , της Βασώς για (ή) της Θεανώς ήταν τα άσπορα ; Σαν να μοιάζνε της Βασώς! Μαρή τιποτίτσα δεν κάμνει ο κόκορας ! Τι τονε κρατάει; Χμμμμ , κρεμμυδάτο που σε χρειάζεται !
Μετά απ’ την έρευνα , που έκανε τα δέκα αυγά απ’ τα δώδεκα ήταν ταμάμ . Πήγε στο κουμάσς και πήρε την πουλάδα . Την έβαλε μόνη της στο καλάθθ με άχυρα και τα αυγά, ‘πο κάτω της . Πάενε κάθε μέρα και την έβλεπε .
Σε είκοσσ- κοσιδυό μέρες άρχισαν να βγένε τα πουλάκια . Τα πρώτα τα έπαιρνε η γιαγιάμ και τα τάιζε χώρια . Έβραζε αυγό και τα τάιζε τον κρόκο τ.
Θυμάμαι που την βοήθαγα. Εκείν άνοιγε το στόμα του πουλιού κι εγώ με τα δαχτυλάκια μ έριχνα τον κρόκο τ’ αυγού στον στόμα τ .
__ Κράτα καλά τον τσεγνέ τ , με φώναζε ! Αυτό γίνονταν μέχρι να βγούνε όλα τα πουλάκια απ’ τ’ αυγό. Όταν έσπαζαν όλα τ’αυγά και έβγαιναν όλα τα πουλάκια τότε ανταμώνουνταν όλλ η οικογένεια .
Τα κράταγε λίγες μέρες ακόμα με τη μάνα τα και μετά τα απόλαγε . Τα πρόσεχε από τις άλλες ζηλιάρες κότες . Μπροστά η κλώκα καμαρωτή- καμαρωτή και πίσω τα πουλάκια . Όλες αυτές «οι χνουδομπαλίτσες» έτρεχαν με γρηγοράδα γύρω – γύρω απ’ την μάνα τα .
Μόλις έβρισκε τροφή τα καλνούσε ! Κκοοοο , Κκκοοοο, Κκοοοο…τα έδειχνε πώς να τρέφονται . Τα προστάτευε από ενοχλητικούς, τους έβλεπε σαν απειλή και ορμούσε πάνω τα . Πόσο χαρούμενη ήταν η γιαγιά μου με αυτήν την κλώκα . Ένιωθε ότι ο κόπος της δεν πήγε χαμένος .
Και να ! Τώρα καμαρώνει τα μικρά πουλάκια , που θα μεγαλώσουν και θα είναι χρήσιμα κι αυτά . Θα δώσουν σουπίτσες και αυγουλάκια .
Πόσο όμορφο θέαμα έβλεπαν τα ματάκια μας. Και βλέπαμε όλη την διαδικασία , που η φύση διάλεξε για να πολλαπλασιάσει τα είδη της . Και να τα διαιωνίσει .
Πόσες εικόνες έχουμε απ’ την ζωή μας στο χωριουδάκι μας . Πόσες διαδικασίες της εξέλιξης της ζωής , έχουμε ζήσει . Πόσα διδάγματα παίρναμε από την κοινή συμβίωση με αυτά τα όντα του Θεού . Βλέπαμε την κλώκα να απλώνει τα φτερά της για να σκεπάσει τα πουλάκια της . Και έλεγε η γιαγιά μου : «Κοιτάξτε πώς τα προσέχει , πώς τα προστατεύει» .
Κατά τον ίδιο τρόπο νιώθαμε την προστασία και τα ανοικτά φτερά, που άπλωναν πάνω μας οι μανούλες μας . Νιώθαμε ότι έτσι πρέπει να γίνεται και ότι το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς στα δικά μας πουλάκια . Το πατρικό μας σπιτικό, ήταν το πρώτο σχολείο που μας δίδαξε .
Και θυμήθηκα και αυτό που έλεγε η γιαγιά μου , ότι η Πούλια ήταν μια κλώσσα με πολλά κλωσσόπουλα .Όμως μόνο έξι επέζησαν και έγιναν αστέρια . Γι’ αυτό έξι αστέρια στην Πούλια φαίνονται καλά .
Κι εμείς, στρέφαμε το βλέμμα ψηλά στον ουρανό , για να ακολουθήσουμε τον δρόμο των αστεριών !
Ελένη Τσιφτσόγλου
2024