Η Καρδιά της Κυριακιώς
Στον μπαχτσέ του Παπάζογλου, λίγο έξω από το χωριό, τα παιδάκια δούλευαν από το χάραμα. Ο ήλιος ανέβαινε αργά και τα παιδικά γέλια πνίγονταν πίσω από τους ήχους των σκαλιστηριών και του νερού που έτρεχε στα ποτιστήρια. Ήταν ο Σωτηράκης ο Σαρβανιτίδης κι ο Φωτάκης ο Γιοβαντσάκης, με τα ποδαράκια τους χωμένα στο χώμα και τα χέρια τους λερωμένα με χώμα και μυρωδιές.
Ξεχορτάριαζαν τις πρασινάδες, κουβαλούσαν καφάσια με ντομάτες και αγγούρια και πότιζαν με προσοχή τα κολοκύθια και τις μελιτζάνες. Κι ύστερα, έπιαναν το κάρο και φόρτωναν τα ζαρζαβάτια, οι μικροί τους ώμοι λύγιζαν, μα η καρδιά τους γέμιζε από περηφάνια. Ήταν το πρώτο τους μεροκάματο, ο πρώτος τους κόπος που άξιζε.
Η δουλειά ήταν σκληρή. Ο ήλιος το μεσημέρι φλόγιζε το δέρμα τους, τα μάτια τσούζανε απ’ τον ιδρώτα και το στομάχι τους έκραζε από πείνα. Κι όμως, δεν το ’βαζαν κάτω. Γιατί ήξεραν πως στο τέλος τους περίμενε η θεία η Κυριακιώ, με το γλυκό της χαμόγελο και το καλό της λόγο.
Σαν τέλειωνε η μέρα κι έπεφτε ο ήλιος πίσω απ’ τον λόφο, τα παιδάκια έπλεναν τα πρόσωπά τους σ’ ένα παλιό ποτιστήρι. Το νερό ήταν κρύο και τα χέρια τους κοκκίνιζαν. «Πλυθείτε πουλάκιαμ, να φύγ(ει) η σκόν(η) και να δροσιστείτε», τους έλεγε η θεία Κυριακιώ. Τους έδινε ψωμί κι ένα κομμάτι ντοματούλα και αγγουράκι να νιώσουν το στόμα τους να γεμίζει ζουμί και μοσχοβολιά.
«Άντε πουλάκια, πάρτε και το μεροκαματάκκ(ι) σας», τους έλεγε. Τους έδινε με προσοχή τα λίγα κέρματα, ούτε πολλά ούτε λίγα, μα αρκετά για να νιώσουν πως κάτι άξιζαν κι αυτοί. Και πάντα τους συμβούλευε με τη ζεστή φωνή της: «Απ’ την ακρούλα, πουλάκια μ’, μην σας τσιμπήσ(ει) κανα φίδ(ι). Άιντε, αύριο πάλε!»
Τα παιδάκια έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού. Τα ποδαράκια τους πονούσαν, μα τα μάτια τους έλαμπαν, σαν να κουβαλούσαν όχι μόνο καφάσια, μα κι έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και μυρωδιές. Και πάντα η γλυκιά μορφή της θείας Κυριακιώς έμενε στην καρδιά τους, σαν άρωμα καλοκαιριού που δεν χάνεται ποτέ.
Χρόνια πέρασαν. Ο Σωτηράκης κι ο Φωτάκης, εβδομηντάρηδες πια, κάθονταν ένα πρωινό στην Πλατέα, εκεί που κάποτε έτρεχαν ξυπόλυτοι. Θυμήθηκαν τη θεία Κυριακιώ, τη φωνή της, το χαμόγελό της. Θυμήθηκαν το κρύο νερό που δρόσιζε τα μάγουλά τους και το άρωμα της ντομάτας που τους έδινε κουράγιο. Θυμήθηκαν το πρώτο μεροκάματο, τότε που ένιωσαν για πρώτη φορά ότι άξιζαν κι αυτοί στον κόσμο.
Κι όπως μιλούσαν και γελούσαν, τα μάτια τους βούρκωναν. Όχι από λύπη, μα από εκείνο το γλυκό δάκρυ της μνήμης. Εκείνο που μόνο τα παιδικά χρόνια μπορούν να φέρουν, σαν δώρο πολύτιμο που ούτε ο χρόνος ούτε η λησμονιά μπορούν να σβήσουν.
Η θεία η Κυριακιώ ήταν μια μικρή όαση καλοσύνης και φροντίδας σ’ έναν κόσμο που συχνά ζητούσε πολλά και έδινε λίγα. Με τη μαλακή της φωνή και το χέρι που έσφιγγε τρυφερά το δικό σου, σου έδειχνε πως η ανθρωπιά βρίσκεται στα πιο απλά πράγματα. Σε ένα ποτήρι δροσερό νερό, σ’ ένα χαμόγελο, σ’ ένα λόγο καλό.
Για όλους όσους τη γνώρισαν, η Κυριακιώ ήταν μια μνήμη φωτεινή. Μια υπενθύμιση πως, καμιά φορά, η αγάπη και η στοργή είναι πιο δυνατές κι από τον πιο ζεστό ήλιο του καλοκαιριού.
Στο τέλος, έμεινε το φως της καρδιάς της, που ακόμα ζεσταίνει τα πουλάκια της , όσο μεγάλα κι αν έχουν γίνει.