Η Ζωή της Ζωηράς
Η Ζωηρά από μικρή γνώρισε τον πόνο και την απώλεια. Ο κεραυνός χτύπησε τον αδελφό της, τον Τριαντάφυλλο, δίπλα της, στο θέρος, στο χωράφι. Δεν είχαν περάσει παρά λίγες μέρες από τότε που και η θεία της, η Κική, η αδελφή του πατέρα της, είχε χαθεί από την ίδια τραγική αιτία. Ήταν λες και η αστραπή είχε σηκώσει το δάχτυλο της και διάλεγε τους δικούς της με ένα γραμμένο πιο βαρύ κι απ’ το μοιραίο. Λες και η μοίρα έγραφε με την ίδια πένα κάθε απώλεια.
Έμεινε μόνη, χωρίς αδέρφια. Κι όταν ήρθε η σειρά της να παντρευτεί, η ζωή δε της χαρίστηκε. Έχασε το πρώτο της παιδί.Πως το βρέφος χάθηκε ενώ εκείνη, λεχώνα και αδύναμη, πάλευε με μια σοβαρή επιπλοκή στο νοσοκομείο. Κάποιοι ψιθύρισαν πως της το πήραν. Δόλος, είπαν. Υποψίες, χωρίς απαντήσεις. Η Ζωηρά έψαξε, ρώτησε, μα κάθε πόρτα που χτύπησε έμεινε μισάνοιχτη. Σαν να μην ήθελε κανείς να θυμάται. Έψαξε, ρώτησε, γύρεψε αλήθειες , αλλά απαντήσεις δεν βρήκε.
Ύστερα, γαντζωμένη από την ανάγκη της συνέχειας, γέννησε άλλα τρία παιδιά. Τα μεγάλωσε με αγάπη και πίστη πως δεν πρέπει κανείς να μεγαλώνει μόνος στον κόσμο. Μα η μοίρα δεν είχε τελειώσει μαζί της. Ο άντρας της, στήριγμα και συνοδοιπόρος, έφυγε νέος. Κι εκείνη άντεξε. Όπως αντέχουν οι σιωπηλοί άνθρωποι που κουβαλούν ολόκληρες εποχές στις πλάτες τους.
Στα γεράματα της, η ζωή της επιφύλαξε τον πιο αβάσταχτο πόνο, έχασε τον πρωτότοκό της, τον Τριαντάφυλλο , τον μεγάλο γιο, που έφερε το όνομα του αδικοχαμένου αδελφού της. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Ο πόνος αυτός δεν είχε φωνή , ήταν σκιά που βάραινε τα πάντα. Πριν ακόμη στεγνώσουν τα δάκρυα, η μοίρα ξαναχτύπησε. Ο γαμπρός της, ο άνδρας της κόρης της, έφυγε κι εκείνος, επίσης νέος. Ήταν λες και η ζωή της Ζωηράς μετρούσε τις απουσίες με κάποιο αόρατο μέτρο, με κάποιο χρέος που ποτέ δεν της εξηγήθηκε.
Κι όμως, η Ζωηρά ζει ακόμα. Όχι αλώβητη , μα σιωπηλά, ταπεινά, με την αξιοπρέπεια εκείνων που δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ.
Η κόρη της, η Νίκη , είχε μάθει από παιδί να ξεχωρίζει τη σιωπή της μάνας της. Ήξερε πότε έκλαιγε από μέσα της, πότε προσπαθούσε να σταθεί όρθια μόνο και μόνο για να μην την τρομάξει. Δεν την άκουσε ποτέ να λέει «δεν αντέχω». Μα η νύχτα , την έβρισκε άγρυπνη, με το βλέμμα χαμένο στον σκοτεινό ουρανό, σαν να περίμενε κάποιον να κατέβει και να της φέρει πίσω τα χαμένα. Ζούσε με τις φωτογραφίες των αγαπημένων στο ράφι και το φως του καντηλιού να καίει αδιάκοπα. Η αγάπη δεν ήταν λόγια, ήταν συνήθεια, φροντίδα, σιωπή.
Τα καλοκαίρια, κάτω από την ασκαμνιά η Ζωηρά έλεγε λίγα για τα παλιά. Για τον Τριαντάφυλλο, τον πρώτο και τον δεύτερο. Για την Κική, «που ήταν σαν μάνα μου». Για τον άντρα της, που της έλειπε «όχι γιατί ήταν ο καλύτερος, αλλά γιατί έφυγε νέος ».Κι εγώ την άκουγα και κρατούσα αυτά σαν ευαγγέλιο .
Κι όταν ερχόταν η ώρα της σιγής, εκείνης της μεγάλης, η Ζωηρά δεν θα έφευγε στ’ αλήθεια. Θα έμενε στα βλέμματα των παιδιών της, στον τρόπο που σταυρώνει τα χέρια μπροστά στο εικόνισμα, που δακρύζει χωρίς ήχο. Θα ζούσε στη μνήμη, όχι σαν σκιά , μα σαν ρίζα, βαθιά και γόνιμη.
Γιατί οι άνθρωποι σαν τη Ζωηρά δεν χάνονται. Στέκονται σιωπηλοί στους κορμούς των δέντρων που φύτεψαν, στις αγκαλιές που χάρισαν, στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν αλλά άφησαν σημάδι. Κι όσα η ζωή της στέρησε, τα έκανε παρουσία, όσα αγάπησε, τα μετέδωσε σαν φλόγα.
Και τώρα, όσο φυσάει το φως του καντηλιού και η Ζωηρά σκύβει να το προστατέψει, συνεχίζεται το ανείπωτο, η κληρονομιά της καρτερίας. Η σιωπηλή αξιοπρέπεια εκείνων που έζησαν πολλά και μίλησαν λίγο.
Κι όμως, η Ζωηρά ζει ακόμα. Σιωπηλή, γαλήνια, μ’ εκείνο το βλέμμα που κουβαλά όλες τις απώλειες και τις αντέχει. Δεν μιλάει πολύ. Κρατάει μέσα της τους ανθρώπους της, σαν προσευχή. Όσοι τη βλέπουν λένε: «Έχει περάσει πολλά». Μα κανείς δεν ξέρει πόσα. Ίσως ούτε κι εκείνη πια.
Η Ζωηρά ζει ακόμα.
Κι όσο περνούν τα χρόνια, η Ζωηρά μοιάζει με ιερό δέντρο ,παλιό, πληγωμένο, μα όρθιο. Όποιος περνά μπροστά της, σκύβει λίγο το κεφάλι όχι από οίκτο. Από σεβασμό.