Η Ευφροσύνη του Όκλαλι
Το 1924, όταν η γη σείστηκε από τις ανταλλαγές και οι άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους, η Ευφροσύνη Παρασκευοπούλου πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς. Κρατούσε από το χέρι την τετράχρονη κόρη της, την Κατίνα και δίπλα της στεκόταν ο άντρας της, ο Αριστείδης ή, όπως τον φώναζαν όλοι, ο Αριστένης.
Έφτασαν στη Νέα Δήμητρα και τους έδωσαν ένα σπίτι του Εποικισμού, απέναντι από τον Θανάση Βασιλειάδη. Ήταν ένα σπίτι λιτό, όπως όλα τα σπίτια των προσφύγων, γεμάτο νοσταλγία για εκείνα που άφησαν πίσω τους, αλλά και ελπίδα για όσα έρχονταν. Σήμερα, εκεί δεν υπάρχει τίποτα. Ένα κενό οικόπεδο μαρτυρά πως κάποτε εκεί χτυπούσε η καρδιά μιας οικογένειας.
Η ζωή κύλησε ήσυχα. Η Κατίνα, όμορφη κοπέλα, παντρεύτηκε νωρίς. Ένα προξενιό την ένωσε με τον Βασίλη, τον Αλετρίκη, τον γιο του Δημήτρη και της Σμαραγδής , από το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας. Έγινε ο σωγαμπρός τους. Στην ίδια αυλή, κάτω από την ίδια στέγη, ζούσαν όλοι μαζί και περνούσαν καλά.
Η Ευφροσύνη, η γιαγιά Αριστέναινα, μαγείρευε νόστιμα φαγητά και έφτιαχνε τραχανάδες που μοσχομύριζαν το σπίτι. Η κόρη της είχε δύο ονόματα: Αριστενίτσα, από τον πατέρα της, και Πασέσα, από τον άντρα της. Έτσι τη φώναζαν όλοι, με στοργή.
Όμως τα χρόνια πέρασαν και το γήρας δεν ήρθε μόνο του. Η Ευφροσύνη άλλαξε. Η σκέψη της σκοτείνιασε, η μνήμη της θάμπωσε, κι εκείνη, η νοικοκυρά, η γυναίκα που είχε μάθει να κρατά το σπιτικό της γερό, άρχισε να περιφέρεται άσκοπα στο χωριό.
Ένα πρωινό του Νοέμβρη του 1966, πέρασε από την πλατεία και καλημέρισε τους χωριανούς στο καφενείο του Στέργιου. Ύστερα πήρε τον δρόμο για τη Σολτάρα. Το μεσημέρι, η κόρη της κατάλαβε πως δεν είχε γυρίσει. Το ανησυχητικό έγινε φόβος και ο φόβος πανικός.
Όλο το χωριό κινητοποιήθηκε. Άντρες και γυναίκες έψαχναν παντού, ρωτούσαν, ακολουθούσαν τα βήματά της. Είδαν πως πέρασε από την πλατεία, πως κατευθύνθηκε προς τη Σολταρά, πως έστριψε δεξιά στα ακριανά σπίτια. Και ύστερα;
Ο δρόμος οδηγούσε στο μεγάλο ρέμα, πιο πέρα από τα χωράφια, τις Πρώτες.
Όταν έφτασαν εκεί, η αναζήτηση τελείωσε. Η Ευφροσύνη βρισκόταν στο νερό, ακίνητη, σιωπηλή. Εκεί έκλεισε η ζωή της, εκεί σταμάτησε και η ταλαιπωρία της.
Ήταν 75 ετών.
Και το χωριό, για χρόνια μετά, θα τη θυμόταν να περπατά αργά στην πλατεία, να λέει μια καλημέρα, πριν πάρει τον δρόμο που δεν είχε επιστροφή !